Με δάκρυα στα μάτια και λόγια που ραγίζουν καρδιές, η μητέρα της Κυριακής Γρίβα, Δέσποινα Καλλέα, κατέθεσε στο δικαστήριο ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για την παρακολούθηση, την κακοποίηση και τελικά τη δολοφονία της κόρης της από τον πρώην σύντροφό της.
Σύμφωνα με τη μάρτυρα, ο κατηγορούμενος παρακολουθούσε κάθε της βήμα, ακόμα και μετά τον χωρισμό τους, ενεργοποιώντας GPS σε «ένα έξυπνο ρολόι που της είχε χαρίσει». Όπως ανέφερε, «το ρολόι ήταν συνδεδεμένο με το κινητό του δράστη», αποκαλύπτοντας ότι «την παρακολουθούσε δυο μέρες πριν το έγκλημα».
Η Κυριακή, αν και βρισκόταν σε διαδικασία απομάκρυνσης από τη βίαιη αυτή σχέση, δεν πρόλαβε να γλιτώσει. Η μητέρα της περιέγραψε τις τελευταίες μέρες της κόρης της, λέγοντας πως η ίδια είχε παρατηρήσει σημάδια φόβου: «Μου είπε “έχω την εντύπωση ότι τον έχω δει κάπου τριγύρω”…».
Η σχέση τους, όπως ειπώθηκε στη δίκη, ήταν μια «σχέση αγάπης – μίσους». Η Κυριακή «τον αγαπούσε και τον φοβόταν ταυτόχρονα», ενώ ο κατηγορούμενος την κρατούσε «με απειλές και συγγνώμες». Η απόφαση για οριστικό χωρισμό, όταν η Κυριακή μετακόμισε σε νέο σπίτι, φαίνεται πως ήταν και η αρχή του τέλους.
«Το “αγαπώ” της το ανταπέδωσε με πέντε μαχαιριές», είπε με λυγμούς η μητέρα της, επιμένοντας πως η κόρη της «μεγάλωσε με αγάπη» και πως «ήταν όλη της η ζωή». Αναφέρθηκε στο πόσο ήθελε η Κυριακή να δίνει ευκαιρίες στους ανθρώπους, «πίστευε ότι όλοι είναι σαν κι αυτή».
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη μήνυση για βιασμό που είχε καταθέσει η Κυριακή σε βάρος του κατηγορούμενου. Όπως κατέθεσε η μητέρα της, την ίδια ημέρα δέχθηκε απειλές από τον ίδιο και τη μητέρα του: «“Αν δεν ανακαλέσεις θα σε πάρει και θα σε σηκώσει, θα σε γ@@@@@”». Παρά τις εκκλήσεις της μητέρας να αναλάβει εκείνη τον λόγο, η Κυριακή προτίμησε να το διαχειριστεί μόνη της.
«“Και τι σου έκανε στο κάτω-κάτω της γραφής; Επειδή σε γ@@@@;”» φέρεται να της είπε ο κατηγορούμενος μετά τον βιασμό, ενώ στη συνέχεια ακολούθησε αποβολή: «Αυτό το παιδί το θέλαμε πάρα πολύ… ακόμα και το να γίνω γιαγιά, μου το στέρησε», είπε με τρεμάμενη φωνή η μάρτυρας.
Η γυναίκα ισχυρίστηκε πως ο κατηγορούμενος προσποιούνταν ψυχικά προβλήματα για να εξασφαλίσει σύνταξη μέσω αναπηρίας. «Δεν είχε κανένα πρόβλημα. Είχε λύσει όλα του τα προβλήματα, οικονομικά και άλλα. Το μόνο του θύμα ήταν το παιδί μου», ανέφερε.
Σε μια συγκλονιστική αποστροφή, είπε πως ακόμη και σήμερα του στέλνει μηνύματα στο κινητό της Κυριακής: «Περιμένω να μου απαντήσει… Δεν μπορώ να δεχτώ ότι έφυγε από ανθρώπινο χέρι και όχι από χέρι Θεού».
Μιλώντας στο τέλος κατευθείαν στον κατηγορούμενο, ρώτησε: «Την έχεις πάρει μαζί σου;», αναφερόμενη στη φωτογραφία με το μνήμα της κόρης της που του είχε παραδώσει. Η πρόεδρος του δικαστηρίου παρενέβη: «Γίνεται έλεγχος, δεν επιτρέπεται να πάρει τίποτα μαζί του».
Κατά την ακροαματική διαδικασία η υπεράσπιση προσπάθησε να αποδώσει ευθύνες στο οικογενειακό περιβάλλον της Κυριακής, με ερωτήσεις περί ενδοοικογενειακής βίας, τις οποίες η μητέρα αρνήθηκε κατηγορηματικά: «Ήταν ένα παιδί που μεγάλωσε με πολλή αγάπη και από τους δυο γονείς της».
Η ένταση κορυφώθηκε όταν ο συνήγορος υπεράσπισης αναφέρθηκε σε παλαιότερους ισχυρισμούς για κακοποίηση. Οι συνήγοροι της πολιτικής αγωγής αντέδρασαν έντονα, καταγγέλλοντας προσπάθεια σπίλωσης της οικογένειας: «Δεν θα επιτρέψουμε την αποδόμηση του οικογενειακού δεσμού της Κυριακής με τους γονείς της».
Η μητέρα έκλεισε την κατάθεσή της ζητώντας να της επιστραφούν το κινητό και τα ματωμένα ρούχα της κόρης της, λέγοντας: «Έχουν σημασία για εμένα». Η δίκη διακόπηκε για τις 8 Ιουλίου, μέσα σε φορτισμένο κλίμα.