Κατά πλειοψηφία εγκρίθηκε σε πρώτη ανάγνωση από την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή το νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης για τον νέο Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Το σχέδιο νόμου ψηφίστηκε θετικά μόνο από τη Νέα Δημοκρατία, ενώ ΚΚΕ, Νέα Αριστερά και Πλεύση Ελευθερίας το καταψήφισαν. ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, Ελληνική Λύση και Νίκη επιφυλάχθηκαν για την τελική τους στάση στην Ολομέλεια.
Ο Υφυπουργός Δικαιοσύνης Ιωάννης Μπούγας δεσμεύτηκε για την αποδοχή προτάσεων από κόμματα και φορείς, ανακοινώνοντας ότι επίκεινται «νέες σημαντικές βελτιωτικές αλλαγές». Ειδικά για το θέμα των πλειστηριασμών, δήλωσε πως εξετάζεται η δυνατότητα να ανατεθεί σε «οποιονδήποτε συμβολαιογράφο στην ελληνική επικράτεια» η διεξαγωγή τους, καταργώντας τον γεωγραφικό περιορισμό.
Ο κ. Μπούγας επεσήμανε ότι ο νέος νόμος θα τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου 2026 και χαρακτήρισε τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας «ουσιαστικά εφαρμοσμένο συνταγματικό δίκαιο», τονίζοντας πως δεν πρόκειται απλώς για τεχνική νομοθέτηση αλλά για βασικό εργαλείο εξασφάλισης της έννομης προστασίας.
Η Αντιπολίτευση εστίασε την κριτική της στις ρυθμίσεις που αφορούν τους πλειστηριασμούς, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι διευκολύνει τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης υπέρ τραπεζών και funds. Η εισηγήτρια του ΠΑΣΟΚ Ευαγγελία Λιακούλη υποστήριξε πως «η ταμπακιέρα του νομοσχεδίου είναι η αναγκαστική κατάσχεση των ακινήτων και η διευκόλυνση των fund σε βάρος των δανειοληπτών, ειδικά των ευάλωτων». Αντίστοιχα, ο εισηγητής του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Παπαηλιού έκανε λόγο για «μέτρα αναγκαστικής εκτέλεσης, που θέτουν εμπόδια στους πολίτες και εξυπηρετούν τα fund».
Ο υφυπουργός απέρριψε τις αιτιάσεις περί φαστ τρακ διαδικασιών, σημειώνοντας ότι «η διαβούλευση ήταν πλήρης, ενδελεχής» και επεσήμανε πως η νέα ηλεκτρονική πλατφόρμα θα συμβάλλει στην επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης. Παράλληλα, υπερασπίστηκε τις δεσμευτικές προθεσμίες για την έκδοση αποφάσεων, τόσο για τους διαδίκους όσο και για τους δικαστές, υποστηρίζοντας ότι αυτές θα ενισχύσουν τα δικαιώματα των οφειλετών, εξασφαλίζοντας πιο έγκαιρες κρίσεις και δυνατότητα άσκησης έφεσης.
Ο κ. Μπούγας στάθηκε ιδιαίτερα στο πρόβλημα των εκκρεμών υποθέσεων, αναφέροντας ότι μόνο στο Πρωτοδικείο Αθηνών εκκρεμούν «περίπου 34.100 υποθέσεις πλειστηριασμών από ανακοπές» με δικάσιμους που φτάνουν ως το 2036, και επισήμανε πως «η υπερφόρτωση αυτή των πινακίων είναι πραγματική».
Σχετικά με τις καθυστερήσεις στους πίνακες διανομής του πλειστηριάσματος, τόνισε πως το υφιστάμενο σύστημα δεν λειτούργησε αποτελεσματικά, ιδιαίτερα στην επαρχία, με συνέπεια η πλειοψηφία των πλειστηριασμών να συγκεντρώνεται στην Αθήνα. Υπογράμμισε την ανάγκη για «εξισορρόπηση των συμφερόντων», σημειώνοντας ότι η διαφάνεια διασφαλίζεται μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας και όχι από τον τόπο έδρας του συμβολαιογράφου.
Απαντώντας στις επικρίσεις για περιορισμό των δικονομικών εγγυήσεων, ξεκαθάρισε πως η νέα διαδικασία «όχι μόνο δεν μειώνει τα δικαιώματα και τις δικονομικές εγγυήσεις του ανακόπτοντος, αλλά αντίθετα τις επαυξάνει», με δυνατότητα του δικαστή να καλεί και να εξετάζει μάρτυρες ή και τους ίδιους τους διαδίκους, εφόσον το κρίνει αναγκαίο.
Καταλήγοντας, ο υφυπουργός ανέφερε πως στόχος των αλλαγών είναι η «ταχεία εκδίκαση και εκκαθάριση» χιλιάδων εκκρεμών υποθέσεων, γεγονός που χαρακτήρισε «αγκάθι στα πλευρά της ελληνικής δικαιοσύνης».