Σημαντικές συγκεντρώσεις επικίνδυνων χημικών, ανάμεσά τους και φυτοφάρμακα, εντοπίστηκαν σε αυγά που παράγονται στην Ελλάδα, σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Αιγαίου και του ΕΚΠΑ. Τα ευρήματα προκαλούν ανησυχία για την ασφάλεια των τροφίμων και τις συνέπειες στη δημόσια υγεία.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από τον Απρίλιο έως τον Οκτώβριο του 2023 και αποκάλυψε ότι όλα τα δείγματα περιείχαν PFAS, τα γνωστά «αιώνια χημικά» που συσσωρεύονται στον οργανισμό και δεν αποδομούνται εύκολα. Σε πολλές περιπτώσεις, οι συγκεντρώσεις πλησίαζαν ή ξεπερνούσαν τα όρια που έχει θεσπίσει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι ουσίες αυτές έχουν συνδεθεί διεθνώς με σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως καρκίνο, ηπατικές βλάβες, αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού και γενετικές δυσλειτουργίες.
Συνολικά συλλέχθηκαν 75 αυγά από 17 κοτέτσια σε Σέρρες, Μαγνησία, Βοιωτία, Αττική και Ηλεία. Προήλθαν από κότες ελευθέρας βοσκής, ώστε να καταγραφεί η πραγματική εικόνα της περιβαλλοντικής επιβάρυνσης. Από τις 46 ουσίες PFAS που εξετάστηκαν, οι 37 βρέθηκαν σε ελληνικά αυγά, με υψηλότερες τιμές στην Ηλεία. Παράλληλα ανιχνεύτηκαν PFOA και PFHxS, που έχουν ήδη απασχολήσει διεθνείς οργανισμούς υγείας.
Η μελέτη υπολόγισε και την εβδομαδιαία πρόσληψη αυτών των ουσιών μέσω της κατανάλωσης αυγών, συγκρίνοντάς την με τα όρια της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA). Σε αρκετές περιπτώσεις, οι ποσότητες βρέθηκαν να πλησιάζουν ή να υπερβαίνουν τα ανεκτά επίπεδα, γεγονός που εντείνει την ανησυχία για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις, κυρίως σε παιδιά και άλλες ευπαθείς ομάδες.
Εκτός από τα PFAS, στα δείγματα εντοπίστηκαν υπολείμματα φυτοφαρμάκων και βιοκτόνων, όπως το dinoterb, το DEET και το pentachlorophenol (PCP), γνωστό για την τοξικότητά του. Σε ορισμένες περιπτώσεις ανιχνεύτηκαν επίσης κτηνιατρικά φάρμακα, μεταξύ τους και αντιβιοτικά.
Οι επιστήμονες αποδίδουν την παρουσία αυτών των ουσιών στο έδαφος, το νερό και την τροφή των ζώων, καθώς οι κότες ελευθέρας βοσκής καταναλώνουν έντομα και φυτά που έχουν εκτεθεί σε χημικά. Επισημαίνουν ότι παρόμοια προβλήματα έχουν καταγραφεί και σε άλλες χώρες, τονίζοντας όμως ότι τα ελληνικά δεδομένα καθιστούν αναγκαία την εντατική παρακολούθηση και τον αυστηρό έλεγχο της ασφάλειας των τροφίμων.