Η αναβολή της πολυαναμενόμενης συνάντησης του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που είχε οριστεί για το βράδυ της Τρίτης στη Νέα Υόρκη, σηματοδοτεί μια πιο δύσκολη περίοδο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η ακύρωση, η οποία έγινε με πρωτοβουλία της Άγκυρας, παρουσιάστηκε επισήμως ως αποτέλεσμα του «φορτωμένου προγράμματος» του Τούρκου προέδρου, ο οποίος συμμετείχε σε συνάντηση με ηγέτες αραβικών και μουσουλμανικών χωρών. Ωστόσο, εκτιμάται ότι η Τουρκία αναζητούσε πρόσχημα για να αποφύγει το ραντεβού.
Η ομιλία του Ερντογάν στον ΟΗΕ ενίσχυσε αυτή την εικόνα, καθώς επανέφερε θέματα που προκαλούν ένταση: την αμφισβήτηση του έργου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, την ανοιχτή στήριξη στο ψευδοκράτος της Βόρειας Κύπρου και τις μονομερείς τουρκικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο. Παράλληλα, επέκρινε τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό της Αθήνας, δείχνοντας ότι η Άγκυρα δεν σκοπεύει να ρίξει τους τόνους.
Καθοριστικό ρόλο στην τουρκική ενόχληση φαίνεται να παίζουν οι ελληνικές κινήσεις για τα θαλάσσια πάρκα, αλλά και η εμπλοκή της Chevron στις έρευνες υδρογονανθράκων στην Κρήτη και την Πελοπόννησο. Επιπλέον, οι δηλώσεις Μητσοτάκη ότι η Ελλάδα θα «μπλοκάρει» τη συμμετοχή της Τουρκίας στο πρόγραμμα SAFE της Ε.Ε. αν δεν αποσυρθεί το casus belli, όξυναν περαιτέρω το κλίμα.
Η επίσημη τουρκική αιτιολογία περί παραβίασης άτυπης συμφωνίας σχετικά με την ανακοίνωση της συνάντησης δεν θεωρείται πειστική, καθώς το ραντεβού είχε ήδη γνωστοποιηθεί.
Παρά την πρόθεση της Αθήνας να διατηρήσει ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας, η ματαίωση της συνάντησης απομακρύνει την πιθανότητα αποκλιμάκωσης. Η έλλειψη διαλόγου σε κορυφαίο επίπεδο, σε συνδυασμό με την αυξημένη ρητορική έντασης από την Τουρκία και τις νέες διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, επιβεβαιώνουν ότι η περίοδος των «ήρεμων νερών» έχει πλέον λήξει.