Ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, παραδέχτηκε ότι η χώρα του «ζει πέρα από τις δυνατότητές της εδώ και χρόνια», με τους ειδικούς να προειδοποιούν ότι αν δεν υπάρξουν άμεσα βαθιές μεταρρυθμίσεις, η οικονομία κινδυνεύει με καταστροφή.
Ο ίδιος προκάλεσε αντιδράσεις υποστηρίζοντας πως η Γερμανία δεν μπορεί πια να αντέξει το βάρος του συνταξιοδοτικού συστήματος, το οποίο έχει ξεπεράσει το 31% του ΑΕΠ – από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη.
Παράλληλα, έκανε λόγο για ανάγκη «βαθιάς τομής» και για εφαρμογή «επίπονων» μέτρων λιτότητας, με στόχο να εξασφαλιστεί μέλλον για τη νέα γενιά. Ο οικονομολόγος Μαρσέλ Φρατσέσερ, επικεφαλής του Γερμανικού Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών, επισήμανε ότι οι ετήσιες δαπάνες για συντάξεις φτάνουν τα 400 δισ. ευρώ και αναμένεται να αυξηθούν σημαντικά την επόμενη δεκαετία.
Σε έκθεση του υπουργείου Οικονομίας, το συνταξιοδοτικό περιγράφεται ως «δυσλειτουργικό» και «σοβαρή απειλή» για τη γερμανική οικονομία. Προβλέπεται μάλιστα ότι στα μέσα της επόμενης δεκαετίας η αναλογία θα είναι ένας συνταξιούχος για κάθε δύο εργαζόμενους. Η υπουργός Οικονομίας, Κατερίνα Ράιχε, έκανε λόγο για «βαθιά και επείγουσα ανάγκη μεταρρύθμισης».
Από την άλλη, η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων του SPD, Μπέρμπελ Μπας, χαρακτήρισε τις δηλώσεις του Μερτς «ανοησίες». Ο πρόεδρος της Γερμανίας, Φρανκ-Βάλτερ Σταϊνμάγερ, υπερασπίστηκε το κοινωνικό κράτος αποκαλώντας το «θησαυρό» που «έφτιαξε τη χώρα όπως τη γνωρίζουμε», αν και παραδέχτηκε ότι «το σύστημα τρίζει».
Οι συζητήσεις αυτές έρχονται σε μια στιγμή που η οικονομία της Γερμανίας συρρικνώνεται για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά. Το Ομοσπονδιακό Στατιστικό Γραφείο ανακοίνωσε μείωση του ΑΕΠ κατά 0,2% το 2024, συνεχίζοντας την πτωτική τάση του 2023. Οι αιτίες συνδέονται τόσο με διεθνείς κρίσεις όσο και με εσωτερικές παθογένειες, όπως η υπερβολική γραφειοκρατία και η έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού.