Η ιστορία της Ουκρανής Μαρίας Κοβάλτσουκ, που τραυματίστηκε σοβαρά στο Ντουμπάι, αποκαλύπτει τις σκοτεινές πτυχές πίσω από τα διαβόητα «porta potty party» και τη βιομηχανία εξαπάτησης μοντέλων με υποσχέσεις για καριέρα και πολυτελή ζωή.
Η 20χρονη είχε εξαφανιστεί για πάνω από μία εβδομάδα, με τους συγγενείς της να φοβούνται ότι είχε πουληθεί ως «σεξουαλική σκλάβα». Τελικά βρέθηκε αιμόφυρτη στην άκρη του δρόμου και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο με κατάγματα και σοβαρά τραύματα, μεταξύ αυτών στη σπονδυλική στήλη. Σήμερα ζει σε αναπηρικό αμαξίδιο και χρειάζεται βοήθεια για να περπατήσει.
Σε συνέντευξή της σε ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων περιέγραψε ότι είχε προσκληθεί από έναν νεαρό Ρώσο σε ξενοδοχείο, όπου δέχθηκε πιέσεις και απειλές από επιχειρηματίες που της ζητούσαν να συμμετάσχει σε σεξουαλικές πράξεις. Όταν αρνήθηκε και προσπάθησε να φύγει, της πήραν τα προσωπικά της αντικείμενα και της είπαν «ανήκεις σε εμάς», κάτι που αρχικά «εκλάμβανε ως αστείο», αλλά την εμπόδισαν να φύγει, «σέρνοντάς την πίσω».
Όπως κατέθεσε, στη συνέχεια Ρώσοι «πλουσιόπαιδα» την μετέφεραν σε εργοτάξιο όπου τη «χτύπησαν». Δεν θυμάται τι ακολούθησε, αν και τα τραύματά της παραπέμπουν σε πτώση από ύψος. Η ίδια δήλωσε: «Νομίζω ότι ίσως με πέταξαν. Ή ήταν ξυλοδαρμός. Μία από τις δύο επιλογές, τα τραύματα έμοιαζαν είτε με ξυλοδαρμό είτε με πτώση».
Πρόσθεσε: «Πιθανότατα, υπήρξε κάποιο χτύπημα στο κεφάλι, υποθέτω. Η επόμενη σκηνή [που] θυμάμαι είναι εγώ να ζητάω βοήθεια από ένα διερχόμενο αυτοκίνητο, το οποίο είχε ήδη σταματήσει και είχε καλέσει ασθενοφόρο και την αστυνομία.»
Η Κοβάλτσουκ υποστήριξε ότι τα πλάνα από κάμερες ασφαλείας σβήστηκαν, αφήνοντάς την χωρίς «καμία απόδειξη». Οι ύποπτοι που συνελήφθησαν αφέθηκαν ελεύθεροι την επόμενη μέρα χωρίς κατηγορίες, ισχυριζόμενοι ότι προσπάθησαν να τη βοηθήσουν.
Παράλληλα, η μητέρα της, Άννα, αποκάλυψε πως αν και οι τοπικές αρχές κάλυψαν «εκατομμύρια» για τα ιατρικά της έξοδα, τους ζητήθηκε «να μην πουν τίποτα που θα έδινε αρνητική εντύπωση στις αρχές των Εμιράτων».
Η υπόθεση, όπως και άλλες αντίστοιχες, έχει σοκάρει τη διεθνή κοινή γνώμη, καθώς έρχεται να προστεθεί σε καταγγελίες για γυναίκες που έχασαν τη ζωή τους κάτω από παρόμοιες συνθήκες, με τις αρχές να αποδίδουν τους θανάτους σε «αυτοκτονίες».