Ο θάνατος του Ρόμπερτ Ρέντφορντ, του θρυλικού ηθοποιού με τα πυρόξανθα μαλλιά, βάζει οριστικό τέλος σε μια ολόκληρη εποχή για τον αμερικανικό κινηματογράφο.
Η ζωή του τα είχε όλα: δόξα, πλούτο, λαμπερές συμπρωταγωνίστριες και Όσκαρ. Ο Ρέντφορντ, το «χρυσό αγόρι» του Χόλιγουντ, πέθανε την Τρίτη στον ύπνο του σε ηλικία 89 ετών. Όπως δήλωσε η δημοσιογράφος Σίντι Μπέργκερ, έφυγε «στο σπίτι του στο Σάντανς στα βουνά της Γιούτα – το μέρος που αγαπούσε, περιτριγυρισμένος από αυτούς που αγαπούσε», χωρίς να γνωστοποιηθεί η αιτία θανάτου.
Το αστέρι του ανέτειλε τη δεκαετία του ’60 και κορυφώθηκε τη δεκαετία του ’70 με ταινίες όπως «The Candidate», «All the President’s Men» και «The Way We Were». Το 1980 κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης σκηνοθεσίας για το «Ordinary People», το οποίο απέσπασε και το βραβείο καλύτερης ταινίας.
Με τα ξανθά κυματιστά μαλλιά και το αγορίστικο χαμόγελο έγινε σύμβολο γοητείας, αλλά επέλεξε συχνά να υπερβεί την εικόνα του, είτε μέσω πολιτικής δράσης, είτε με λιγότερο εμπορικούς ρόλους, είτε με τη στήριξη ανεξάρτητων δημιουργών μέσω του Sundance.
Οι ρόλοι του εκτείνονταν από τον ρεπόρτερ Μπομπ Γούντγουορντ στο «All the President’s Men», ως τον μοναχικό άνδρα στο «Jeremiah Johnson» ή τον πράκτορα στο Marvel Cinematic Universe. Συνεργάστηκε με κορυφαίες ηθοποιούς όπως η Τζέιν Φόντα, η Μέριλ Στριπ και ο Τομ Κρουζ, αλλά η πιο εμβληματική κινηματογραφική του σχέση ήταν με τον Πολ Νιούμαν. Μαζί έγραψαν ιστορία στο «Butch Cassidy and the Sundance Kid» (1969), από όπου πήρε το όνομά του το Ινστιτούτο και το Φεστιβάλ Sundance, και στο «The Sting» (1973), που του χάρισε υποψηφιότητα για Όσκαρ.
Μετά τη δεκαετία του ’70 αφιερώθηκε περισσότερο στη σκηνοθεσία και την παραγωγή, αναδεικνύοντας νέες φωνές στον ανεξάρτητο κινηματογράφο. Ωστόσο, πρωταγωνίστησε και σε ταινίες όπως το «Out of Africa» (1985), το «All is Lost» (2013), αλλά και στην αποχαιρετιστήρια ταινία του «The Old Man and the Gun» (2018).
Ο Ρέντφορντ γεννήθηκε το 1937 στη Σάντα Μόνικα. Αφού σπούδασε με υποτροφία μπέιζμπολ, στράφηκε στην υποκριτική, ξεκινώντας από το Μπρόντγουεϊ και την τηλεόραση («The Twilight Zone», «Alfred Hitchcock Presents»). Η κινηματογραφική του πορεία απογειώθηκε με το «Barefoot in the Park» και συνεχίστηκε με δεκάδες επιτυχίες.
Ως σκηνοθέτης, γνώρισε θρίαμβο με το «Ordinary People», ξεχωρίζοντας για την ευαισθησία και τη ρεαλιστική απεικόνιση των χαρακτήρων. Συνέχισε με έργα όπως τα «Quiz Show», «The Horse Whisperer» και «The Milagro Beanfield War». Το 2002 τιμήθηκε με Όσκαρ για τη συνολική του συμβολή, αναγνωρισμένος ως «ηθοποιός, σκηνοθέτης, παραγωγός, δημιουργός του Sundance, έμπνευση για ανεξάρτητους και καινοτόμους κινηματογραφιστές παντού».
Παντρεύτηκε δύο φορές: με τη Λόλα Βαν Βάγκενεν (1958-1985), με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά, και με τη Σιμπίλ Ζάγκαρς το 2009.
Ο Ρέντφορντ αφήνει πίσω του όχι μόνο μια σπουδαία καριέρα αλλά και ένα ανεκτίμητο αποτύπωμα στον παγκόσμιο κινηματογράφο.