Με νέα έρευνα και σύσταση, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προτρέπει τα νοικοκυριά να κρατούν στο σπίτι τους ένα ποσό σε μετρητά, ώστε να είναι έτοιμα σε περίπτωση κρίσεων. Όπως αναφέρεται, σε περιόδους έντονης αβεβαιότητας – όπως η πανδημία, οι γεωπολιτικές εντάσεις ή μεγάλης διάρκειας διακοπές ρεύματος και δικτύων – η ζήτηση για χαρτονομίσματα αυξάνεται κατακόρυφα. Τα μετρητά λειτουργούν ως εναλλακτικό απόθεμα όταν τα ηλεκτρονικά συστήματα πληρωμών δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν.
Η ΕΚΤ σημειώνει ότι σε αρκετές χώρες της Ευρώπης υπάρχουν ήδη επίσημες οδηγίες. Στην Ολλανδία, την Αυστρία και τη Φινλανδία προτείνεται να υπάρχουν στο σπίτι 70 έως 100 ευρώ ανά άτομο για κάλυψη βασικών αναγκών έως και 72 ώρες. Στη Σουηδία συνιστάται κατοχή μετρητών για μία εβδομάδα, σε μικρά χαρτονομίσματα ώστε να διευκολύνονται οι συναλλαγές. Στην Ισπανία και την Πορτογαλία, συγκεκριμένα περιστατικά με διακοπές ηλεκτροδότησης προκάλεσαν παράλυση στις ψηφιακές πληρωμές, επιβεβαιώνοντας την αναγκαιότητα του φυσικού χρήματος.
Η ύπαρξη μετρητών στο σπίτι έχει πολλαπλά πλεονεκτήματα. Παρέχει άμεση πρόσβαση σε χρήματα για καθημερινές ανάγκες ακόμη και όταν τα ψηφιακά μέσα δεν λειτουργούν, ενώ ενισχύει και την αίσθηση ασφάλειας των πολιτών, που γνωρίζουν ότι διαθέτουν «ρεζέρβα» σε περιόδους κρίσης. Παράλληλα, μειώνει την εξάρτηση από τα ηλεκτρονικά συστήματα πληρωμών και διευκολύνει τις συναλλαγές μικρών ποσών.
Υπάρχουν, ωστόσο, και κίνδυνοι: μεγάλα ποσά μετρητών στο σπίτι αυξάνουν την πιθανότητα κλοπής ή φθοράς. Γι’ αυτό η ΕΚΤ τονίζει ότι τα ποσά πρέπει να είναι περιορισμένα, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε νοικοκυριού, να φυλάσσονται με ασφάλεια και να αποτελούνται κυρίως από μικρά χαρτονομίσματα.
Το κεντρικό μήνυμα είναι ότι τα μετρητά δεν αντικαθιστούν τις ψηφιακές πληρωμές αλλά τις συμπληρώνουν. Ο σωστός συνδυασμός των δύο εξασφαλίζει ότι τα νοικοκυριά θα νιώθουν πιο ασφαλή και καλύτερα προετοιμασμένα απέναντι στις αβεβαιότητες. Όπως υπογραμμίζει η ΕΚΤ, «σε έναν κόσμο γεμάτο αβεβαιότητες, τα μετρητά στο σπίτι δεν είναι πολυτέλεια αλλά μια συνετή πρακτική πρόνοιας».