«Την αγαπούσα παρά πολύ» υποστήριξε στην απολογία του
Μπροστά στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας ξετυλίχθηκε το χρονικό μιας προαναγγελθείσας τραγωδίας: η δίκη για τη δολοφονία της 40χρονης Ενκελέιντα, την οποία ο εν διαστάσει σύζυγός της μαχαίρωσε μέχρι θανάτου στη μέση του δρόμου στο Μενίδι, πριν από περίπου 17 μήνες.
Το δικαστήριο καταδίκασε ομόφωνα τον 52χρονο σε ισόβια κάθειρξη και επιπλέον 5 χρόνια φυλάκισης, κρίνοντάς τον ένοχο για ανθρωποκτονία, παράνομη οπλοφορία και οπλοχρησία.
Ο πρόεδρος, ανακοινώνοντας την απόφαση, έκανε λόγο για «στυγερή δολοφονία» και «ομολογημένη πράξη», απορρίπτοντας κάθε ισχυρισμό της υπεράσπισης για ελαφρυντικά. Περιέγραψε τον δράστη ως «βίαιο και απαθή άνθρωπο» που «δεν θυμόταν καν τις ημερομηνίες γέννησης των παιδιών του», τονίζοντας ότι ενήργησε με προσχεδιασμό και ακραία σκληρότητα.
«Φόρεσε καπέλο, πήρε ταξί, έφυγε και πήγε σε ξενοδοχείο. Όταν συνελήφθη είπε στον αστυνομικό “καλά της έκανα“. Κινήθηκε από άκρα ζηλοτυπία και φθόνο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
«Μου ζήτησε συγγνώμη και άρχισε να βρίζει τη μαμά»
Η 22χρονη κόρη του θύματος στάθηκε απέναντι στον πατέρα της, δηλώνοντας παράσταση πολιτικής αγωγής και χαρακτηρίζοντάς τον αμετανόητο.
«Μου ζήτησε συγγνώμη και άρχισε να βρίζει τη μαμά», είπε, με τον πρόεδρο να σχολιάζει: «Άρα αμετανόητος».
Η νεαρή γυναίκα, πτυχιούχος ψυχολογίας και στήριγμα του ανήλικου αδελφού της, μίλησε για τη βία που σημάδεψε την παιδική της ηλικία:
«Ήταν βίαιος προς τη μαμά μου, την ξυλοκοπούσε συνέχεια. Όλοι στο σχολείο ήξεραν τι συνέβαινε…».
Κατέθεσε ότι ο πατέρας της την παρακολουθούσε μετά τον χωρισμό και πως η μητέρα της φοβόταν ότι θα της κάνει κακό. Απέρριψε τους ισχυρισμούς περί μέθης ή ψυχολογικών προβλημάτων:
«Η κατάθλιψη δεν μπορεί να σε οδηγήσει σε δολοφονία. Και εγώ παίρνω αντικαταθλιπτικά, δεν είμαι δολοφόνος».
«Θεωρούσε την αδελφή μου κτήμα του»
Ο αδελφός του θύματος περιέγραψε έναν άνδρα βίαιο και εμμονικό:
«Θεωρούσε την αδελφή μου κτήμα του, μια ζωή».
Αφηγήθηκε σκηνές βίας, απειλές με μαχαίρια και στιγμές που την έσερνε στον δρόμο ή της βύθιζε το κεφάλι σε βαρέλι με ασβέστη. Παρότι δεν πίστευε ότι θα τη σκοτώσει, ήξερε πως τη φοβόταν: «Της είχε πει πολλές φορές “αν χωρίσουμε, θα σε σκοτώσω”».
«Την αγαπούσα παρά πολύ»
Στην απολογία του, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε ότι ήταν βίαιος και επέμεινε: «Την αγαπούσα παρά πολύ».
Ισχυρίστηκε ότι δεν θυμάται πώς μαχαίρωσε τη γυναίκα του, ότι δεν ζήλεψε, και πως ήθελε απλώς να της μιλήσει.
«Ζητάω ένα μεγάλο συγγνώμη στα παιδιά μου που τα άφησα χωρίς μάνα και πατέρα», είπε με δάκρυα, δηλώνοντας ότι θεωρεί τον εαυτό του «τελειωμένο άνθρωπο».
Ωστόσο, η εισαγγελέας τόνισε πως δρούσε με πλήρη διαύγεια και αποφασιστικότητα:
«Ήταν απολύτως ψύχραιμος και όχι εν βρασμώ ψυχικής ορμής».
Το έγκλημα που συγκλόνισε
Η 40χρονη Ενκελέιντα, μητέρα δύο παιδιών, δέχτηκε πολλαπλές μαχαιριές στις 6 το πρωί της 16ης Μαΐου 2024, καθώς πήγαινε στη δουλειά της. Ο δράστης άφησε το μαχαίρι καρφωμένο στο σώμα της και διέφυγε, πριν συλληφθεί λίγες ώρες αργότερα.
Η γυναίκα είχε καταγγείλει επανειλημμένα τον σύζυγό της για ενδοοικογενειακή βία, ενώ η δίκη του για αυτές τις καταγγελίες ήταν προγραμματισμένη μία ημέρα μετά τη δολοφονία.
Η υπόθεση αποτέλεσε καταλύτη για θεσμικές παρεμβάσεις και αυστηρότερα μέτρα προστασίας των θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας στην Ελλάδα.