Σύμφωνα με νέες πληροφορίες, επικεφαλής του κυκλώματος που εξαπατούσε κυρίως εύπορους επιχειρηματίες μέσα από υποτιθέμενες «επενδύσεις» σε καζίνο ήταν ένας πρώην, πλέον συνταξιούχος, αστυνομικός που είχε απασχολήσει στο παρελθόν με παρόμοιες υποθέσεις πριν αποχωρήσει από το Σώμα. Δίπλα του ως στενός συνεργάτης φερόταν να βρίσκεται γνωστός επιχειρηματίας, ιδιοκτήτης κέντρων σπα, ο οποίος παρουσιαζόταν ως διευθυντής γνωστού καζίνο. Και οι δύο ζούσαν με πολυτέλεια και φαίνεται πως είχαν έντονη ενασχόληση με τον τζόγο.
Τα θύματα, όπως προκύπτει, περιλαμβάνουν γνωστά επιχειρηματικά πρόσωπα σε περιοχές όπως η Καλαμάτα, η Λάρισα και η Πάτρα. Η υπόθεση άρχισε να φωτίζεται όταν ο Σπύρος Μαρτίκας προσέφυγε στις Αρχές, κάτι που επιβεβαίωσε δημόσια, ύστερα από την άρνηση του κυκλώματος να του αποδώσει τα υποτιθέμενα κέρδη του.
Ακολούθησε διακριτική παρακολούθηση των κινήσεων και των τηλεφωνημάτων των υπόπτων, από τα οποία προέκυψαν ενδείξεις για περισσότερα από δέκα θύματα. Το κύκλωμα χρησιμοποιούσε διάφορα τεχνάσματα για να αποφύγει την επιστροφή των χρημάτων, φτάνοντας μέχρι και στη σκηνοθεσία ληστειών ή ψευδοσυλλήψεων ώστε να δικαιολογήσει καθυστερήσεις.
Κατά τις έρευνες στα σπίτια των συλληφθέντων εντοπίστηκαν πολυτελή αντικείμενα, όπως ρολόγια υψηλής αξίας, κοσμήματα και μεγάλα ποσά σε μετρητά. Μέχρι στιγμής έχουν συλληφθεί πέντε μέλη, ενώ εξετάζεται η εμπλοκή και άλλων προσώπων.
Από την έρευνα προέκυψε ότι τουλάχιστον από το 2023 τα μέλη της ομάδας είχαν οργανωθεί με στόχο τον εντοπισμό οικονομικά ισχυρών επαγγελματιών στους οποίους παρουσίαζαν ψευδή επενδυτική ευκαιρία σε καζίνο με δήθεν μηνιαίες αποδόσεις 10% έως 20%. Ο αρχηγός παρουσιαζόταν ως σημαντικό στέλεχος καζίνο, ενώ οι συναντήσεις γίνονταν σε ξενοδοχειακές σουίτες, όπου προέβαλλαν δεσμίδες μετρητών, ράβδους χρυσού, λίρες και πολύτιμους λίθους. Σε ορισμένες περιπτώσεις χρησιμοποιούσαν και πλαστές επιταγές ως δήθεν απόδειξη κερδών.
Όταν τα θύματα διεκδικούσαν τα χρήματά τους, τα μέλη της οργάνωσης προέβαλλαν διάφορες δικαιολογίες για να καθυστερήσουν την απόδοση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της δράσης τους ήταν η προσαρμογή σε ακραίες πρακτικές, όπως η εικονική ληστεία με χρήση βίας εναντίον ενός θύματος, αλλά και μια σκηνοθετημένη «σύλληψη» του υπαρχηγού από άτομα που εμφανίζονταν ως αστυνομικοί, οι οποίοι κατέσχεσαν μεγάλο χρηματικό ποσό με πρόσχημα τη δήθεν διαδικασία.