Έπεσε χθες η αυλαία για την πολύκροτη υπόθεση υπεξαίρεσης που συγκλόνισε τη Λάρισα πριν από 15 χρόνια, στο δευτεροβάθμιο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Λάρισας.
Στις 30 Ιουλίου 2010, ένας υπάλληλος των ΕΛΤΑ Λάρισας με κεντρική θέση στο κατάστημα απέσπασε περίπου 1,4 εκατομμύρια ευρώ από το χρηματοκιβώτιο και μαζί με συνεργό του κατευθύνθηκε στην Ουρουγουάη. Συνολικά στην υπεξαίρεση συμμετείχαν τέσσερα άτομα, τα οποία είχαν καταδικαστεί σε δεύτερο βαθμό το 2015 σε πολυετείς ποινές κάθειρξης.
Χθες στο εδώλιο βρέθηκε ένας δικηγόρος της Λάρισας, κατηγορούμενος για νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, σχετικά με ποσό άνω των 150.000 ευρώ, προερχόμενο από την υπεξαίρεση.
Η εμπλοκή του ξεκίνησε από καταθέσεις δύο κατηγορουμένων για την υπεξαίρεση σε ανακριτικό υπάλληλο του ΣΔΟΕ, ενώ αυτοί βρίσκονταν ακόμη στη φυλακή. Όπως αναφέρθηκε, την επίδικη μέρα άφησαν το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων στο γραφείο του δικηγόρου. Από την έρευνα του ΣΔΟΕ στις τραπεζικές του κινήσεις προέκυψαν, μεταξύ άλλων, μεταφορές χρημάτων στους συλληφθέντες στην Ουρουγουάη για τα δικαστικά τους έξοδα και ένα ποσό περίπου 170.000 ευρώ που κατατέθηκε στον λογαριασμό του λίγες μέρες μετά την υπεξαίρεση.
Τι υποστήριξε ο δικηγόρος
Στην απολογία του, ο κατηγορούμενος αρνήθηκε τις κατηγορίες, χαρακτηρίζοντας ψευδή όσα κατέθεσαν οι κατηγορούμενοι και ισχυρίστηκε ότι το ποσό που κατέθεσε στον λογαριασμό του προέρχεται από άλλη νόμιμη συναλλαγή στο πλαίσιο της δικηγορικής του ιδιότητας. Για τα χρήματα που εστάλησαν στην Ουρουγουάη ανέφερε πως ήταν «μια κίνηση περισσότερο συναισθηματική και λιγότερο λογική», σαν εξυπηρέτηση στο πλαίσιο της σχέσης μεταξύ συνηγόρου και πελάτη. Τόνισε επίσης αντιφάσεις στις καταθέσεις των κατηγορουμένων, ενώ δύο συνάδελφοί του επιβεβαίωσαν ότι την επίδικη μέρα βρισκόταν μαζί τους σε κατάστημα εστίασης.
Η εισαγγελική πρόταση και η απόφαση
Ο εισαγγελέας της έδρας ανέφερε ότι οι καταθέσεις στο ΣΔΟΕ προέρχονταν από πρόσωπα «που δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστα» και υπογράμμισε ότι χρειάζονταν άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προέκυψαν από την κατάσχεση εγγράφων και την ανάλυση των τραπεζικών κινήσεων. Σημείωσε ότι ο κατηγορούμενος αντί να πληρώνεται για τις υπηρεσίες που παρείχε, παρέδιδε ο ίδιος ποσά και πρότεινε την καταδίκη του για το ποσό των 170.000 ευρώ που μπήκε στον λογαριασμό του.
Το δικαστήριο τον κήρυξε ένοχο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης πέντε ετών, η οποία μετατρέπεται σε χρηματική ποινή.