Η διαδικασία εξακρίβωσης της ανηλικότητας αιτούντων άσυλο πραγματοποιείται μία φορά και ολοκληρώνεται την ίδια ημέρα. Περιλαμβάνει τρεις βασικές φάσεις: την ιατρική αξιολόγηση της σωματικής ανάπτυξης, την ψυχοκοινωνική εκτίμηση από εξειδικευμένο επαγγελματία και την ακτινογραφία του αριστερού καρπού ή χεριού προκειμένου να εκτιμηθεί η οστική ηλικία.
Οι αρχές έχουν στη διάθεσή τους και εναλλακτικές μεθόδους, όπως την οδοντιατρική εκτίμηση, οι οποίες εφαρμόζονται μόνο όταν υπάρχουν υπόνοιες ότι η ηλικία που έχει δηλωθεί δεν είναι αξιόπιστη.
Σύμφωνα με αρμόδια στελέχη του υπουργείου, βασικός στόχος είναι «η διασφάλιση της διαδικασίας ασύλου και η προστασία των πραγματικών ανήλικων ασυνόδευτων». Όπως επισημαίνουν, «όταν ενήλικες εμφανίζονται ως ανήλικοι, στερούν θέσεις, δομές και φροντίδα από παιδιά που πραγματικά χρειάζονται προστασία».
Η πρακτική αυτή έχει εντοπιστεί τα τελευταία χρόνια μεταξύ των παρανόμως εισελθόντων, καθώς ενήλικοι άνδρες, κυρίως ηλικίας 18 έως 35 ετών, δήλωναν ψευδώς ότι είναι ανήλικοι. Με τον τρόπο αυτό επιδίωκαν να αποφύγουν τη διοικητική κράτηση και να τύχουν προνομιακής μεταχείρισης, όπως φιλοξενίας σε ειδικές δομές και ευνοϊκότερες διαδικασίες ασύλου. Η αναγνώριση ανηλικότητας συνεπάγεται διαφορετικό νομικό καθεστώς, τόσο ως προς τη στέγαση και την ελευθερία κινήσεων όσο και ως προς την πρόσβαση σε υπηρεσίες, στοιχείο που, σύμφωνα με υπηρεσιακούς παράγοντες, οδήγησε σε καταχρήσεις του συστήματος.