Υπήρξε ένας από τους πιο ελκυστικούς ζεν πρεμιέ της γενιάς του, με επιβλητικό ανάστημα, καστανά σγουρά μαλλιά και εντυπωσιακά γαλάζια μάτια. Παρ’ όλα αυτά, η διαδρομή του Αλμπέρτο Εσκενάζυ στη ζωή και στην τέχνη δεν ακολούθησε τον συνηθισμένο δρόμο της προβολής και της φιλοδοξίας. Ο ηθοποιός, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 73 ετών ύστερα από μάχη με τον καρκίνο, πορεύτηκε με πυξίδα αξίες βαθιά προσωπικές, λέγοντας συνειδητά μεγάλα «όχι» σε προτάσεις που θα μπορούσαν να εκτοξεύσουν την καριέρα του, επιλέγοντας σταθερά να βάζει την οικογένεια πάνω απ’ όλα.
Η ευγένεια, η διακριτικότητα και η αθόρυβη παρουσία του στον καλλιτεχνικό χώρο, είτε ως ηθοποιός είτε ως σκηνοθέτης είτε ως συγγραφέας, τον κατέστησαν ξεχωριστή φυσιογνωμία. Δεν επεδίωξε ποτέ να κεφαλαιοποιήσει την εξωτερική του εμφάνιση, ούτε να κυνηγήσει τη δημοσιότητα, παραμένοντας πιστός σε έναν τρόπο ζωής μακριά από το θόρυβο.
Γεννημένος και μεγαλωμένος στη Θεσσαλονίκη, σε μια φτωχή αλλά δεμένη εβραϊκή οικογένεια, ήρθε από νωρίς αντιμέτωπος με τον ρατσισμό λόγω της καταγωγής και του ονόματός του. Όπως είχε αφηγηθεί ο ίδιος, «Μεγάλωσα σε μια φτωχογειτονιά της Θεσσαλονίκης που παίζαμε με τα άλλα παιδάκια χωρίς να υπάρχει πρόβλημα επειδή είχα διαφορετικό όνομα… Ο αντισημιτισμός είναι μία αρρώστια, αθεράπευτος καρκίνος, έτσι; Μη γελιόμαστε!». Λόγια που φανερώνουν τη βαθιά του ευαισθησία αλλά και τη διαύγεια σκέψης του.
Ήταν πάντα περήφανος για τους γονείς του, οι οποίοι, παρά τις δυσκολίες της μεταπολεμικής περιόδου, κατάφεραν να δημιουργήσουν μια ζεστή οικογένεια. Η απώλεια του πατέρα του από καρκίνο, όταν ο ίδιος ήταν μόλις 15 ετών, τον σημάδεψε βαθιά. Η ίδια ασθένεια έμελλε αργότερα να στερήσει τη ζωή τόσο της αδελφής του όσο και του ίδιου. «Δεκαπέντε χρονών έχασα τον μπαμπά μου από καρκίνο στα γενέθλιά μου… Ο άνθρωπος δεν πρέπει να ξεφτιλίζεται», είχε πει συγκινημένος, εξηγώντας γιατί επέλεξε να αντιμετωπίσει τη δική του δοκιμασία σιωπηλά και με αξιοπρέπεια.
Η υποκριτική μπήκε στη ζωή του σχεδόν τυχαία. Αφού φοίτησε σε σχολή ηλεκτρονικών για να μάθει μια πρακτική τέχνη, βρέθηκε από σύμπτωση σε οντισιόν του Σπύρου Ευαγγελάτου στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Από εκεί ξεκίνησε ένα ταξίδι που τον οδήγησε στην Αθήνα, στο Εθνικό Θέατρο και αργότερα στον θίασο Καρέζη Καζάκου, όπου συμμετείχε σε σημαντικές παραστάσεις.
Παρά τις ευκαιρίες, δεν επέλεξε να διεκδικήσει πρωταγωνιστικές θέσεις στις μεγάλες σκηνές. Αντίθετα, χάραξε τη δική του πορεία ιδρύοντας το «Θέατρο της Μεσογείου», μέσα από το οποίο ανέβασε πλήθος έργων, πολλά γραμμένα από τον ίδιο, όπως τα «Δεν υπάρχει ρόλος για σάς», «Κεραυνός», «Συλλέκτης Αγγέλων» και «Ο γέρος του Μοριά».
Η τηλεόραση τον αγκάλιασε ιδιαίτερα, με συμμετοχές σε εμβληματικές σειρές της Κρατικής Τηλεόρασης. Το «Φως του αυγερινού» τον καθιέρωσε στη συνείδηση του κοινού, ενώ ακολούθησαν πολλές ακόμη εμφανίσεις σε σειρές όπως «Τμήμα Ηθών», «Καλημέρα Ζωή» και «Αγγελική». Τον κινηματογράφο, αντίθετα, τον υπηρέτησε λιγότερο και συνειδητά, όπως είχε εξηγήσει με ειλικρίνεια: «Εγώ έχω κάνει πολύ λίγο κινηματογράφο… αν έπαιζα γυμνός, θα είχα κάνει τριάντα ταινίες».
Ο ίδιος δεν αποδέχθηκε ποτέ τον μύθο της ομορφιάς ως διαβατήριο επιτυχίας. «Ευτυχώς που δεν έβλεπα τον εαυτό μου στον καθρέφτη, θα είχα καταστρέψει τη ζωή μου», έλεγε χαρακτηριστικά, απομυθοποιώντας την εικόνα που έβλεπαν οι άλλοι.
Σε ηλικία μόλις 28 ετών παντρεύτηκε τη Μαίρη και δημιούργησε μια δεμένη οικογένεια με δύο παιδιά, τον Λέοντα και τη Σάρα. Για εκείνον, αυτή ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία της ζωής του. «Ήθελα να κάνω οικογένεια, ήθελα παιδιά. Το μυστικό της οικογένειας είναι η αγάπη», συνήθιζε να λέει, συνοψίζοντας με απλότητα και βάθος τη φιλοσοφία ζωής του.