Ύστερα από αναμονή που ξεπέρασε τους δύο μήνες, οι Αρχές κατέληξαν στην πλήρη διαλεύκανση της διπλής ανθρωποκτονίας στη Φοινικούντα.
Ήταν 5 Οκτωβρίου όταν στο κάμπινγκ της περιοχής ακούστηκαν πυροβολισμοί μέσα στη νύχτα. Σε λίγα δευτερόλεπτα ο 68χρονος ιδιοκτήτης, Κώστας Τομαράς, και ο επιστάτης του έπεσαν νεκροί.
Το περιστατικό θυμίζει σκηνή αστυνομικού έργου αλλά αποτελεί πραγματικό γεγονός. Ο μοναδικός μάρτυρας και ταυτόχρονα άμεσα ωφελημένος από τον θάνατο του 68χρονου ήταν ο 33χρονος ανιψιός του, ο οποίος κληρονομούσε τα πάντα σύμφωνα με τη διαθήκη.
Τρεις ημέρες πριν το έγκλημα ο 68χρονος είχε τροποποιήσει για ακόμη μια φορά τη διαθήκη του, αναφέροντας ότι ο ανιψιός του θα λάμβανε όλη την περιουσία. Μάλιστα σημείωνε ότι τον είχε «σαν παιδί του» και ότι «τον είχε μεγαλώσει με όλες τις αρχές». Δεν μπορούσε να φανταστεί πως ο άνθρωπος στον οποίο άφηνε τα πάντα θα ήταν, όπως κατηγορείται πλέον, ο ίδιος που έδωσε την εντολή της δολοφονίας.
Από την πρώτη στιγμή οι Αρχές εστίασαν στον 33χρονο. Ήταν και ο μόνος που είδε τη σκηνή του εγκλήματος. Παράλληλα κλήθηκε άμεσα στη ΓΑΔΑ για αναγνώριση των δύο συλληφθέντων ως φυσικών αυτουργών. Η διαδικασία επιλέχθηκε να γίνει στην Αθήνα ώστε οι έμπειροι αστυνομικοί να παρακολουθήσουν τις αντιδράσεις του. Ο 33χρονος υπέδειξε χωρίς ενδοιασμό έναν από τους δύο 22χρονους ως τον άνθρωπο που «πάτησε τη σκανδάλη». Ωστόσο, οι έρευνες έδειξαν πως ο συγκεκριμένος 22χρονος είχε ήδη αποχωρήσει τη στιγμή της δολοφονίας και δεν πυροβόλησε.
Ως εκτελεστής προέκυψε ο άλλος 22χρονος, ο οποίος εργαζόταν στο κατάστημα φίλου του ανιψιού και θεωρείται συνδεδεμένος και με τον σχεδιασμό του εγκλήματος. Ο 33χρονος φαίνεται πως προσπάθησε από την αρχή να στρέψει τις υποψίες προς τον πρώτο 22χρονο που είχε φύγει για Αθήνα, και όχι προς τον δεύτερο που μπήκε στο κάμπινγκ και τηλεφώνησε από κινητό που πιθανότατα ανήκε σε αυτόν που τον καθοδήγησε στο σημείο.
Οι έρευνες της ΕΛ.ΑΣ. συνεχίζονταν επί μήνες. Στα μέσα Νοεμβρίου πραγματοποιήθηκε έλεγχος στην επιχείρηση όπου εργαζόταν ο 22χρονος εκτελεστής. Σημαντικό στοιχείο είναι ότι το πρώτο τηλεφώνημα μετά το διπλό φονικό έγινε από τη σύντροφο του 33χρονου προς τον ιδιοκτήτη καφετέριας, ύστερα από δική του εντολή, όπως είχε δηλώσει ο ανιψιός. Ο ίδιος είχε αναφέρει: «Για να καταλάβετε τι σχέση έχω με τον Γ. στο Κολωνάκι ήταν το πρώτο άτομο που ζήτησα από την κοπέλα μου να καλέσει και να ενημερώσει, γιατί εγώ ήμουν σε σοκ και δεν μπορούσα να μιλήσω. Τον κάλεσε από το κινητό της, γιατί το δικό μου βρισκόταν στο σημείο της δολοφονίας».
Περιγράφοντας το περιστατικό, ο 33χρονος είχε πει: «Βρισκόμουν στη ρεσεψιόν του κάμπινγκ και μέσα στη ρεσεψιόν βρισκόταν και ο θείος μου, ενώ ο Β. ήταν έξω από το δωμάτιο της ρεσεψιόν στα ψυγεία. Τα παντζούρια των παραθύρων της ρεσεψιόν ήταν ανοιχτά και είδα έναν άντρα να περπατάει από την είσοδο του χώρου του κάμπινγκ και να έρχεται προς τη ρεσεψιόν. Ο άνδρας αυτός φορούσε κοντομάνικο λευκό πουκάμισο με ρίγες, χρώματος ή μαύρο ή μπλε ή γκρι, και ήταν αρκετά ξανθός, με κοντό μαλλί, και φορούσε και ένα τσαντάκι υφασμάτινο μαύρο χιαστί στο σώμα του. Δεν θυμάμαι αν φορούσε βερμούδα ή παντελόνι, αλλά σίγουρα δεν ήταν τζιν. Εκείνη την ώρα ετοιμαζόμασταν να κλείσουμε. Συνήθως το κάμπινγκ αυτή την περίοδο κλείνει περίπου από 20.30 ώρα έως 21.00 ώρα. Ο επιστάτης γενικά έβριζε και πείραζε τον κόσμο. Τότε, λοιπόν, αφού αυτός ο άνδρας που σας περιέγραψα πλησίασε προς τη ρεσεψιόν, ο Βασίλης είπε κοροϊδευτικά “Πού πάει αυτό;” και, αναφερόμενος σε αυτόν τον άνδρα που σας λέω, εμένα με έπιασαν τα γέλια…».
Κύριο κίνητρο του εγκλήματος θεωρείται η πρόθεση του 33χρονου να ρευστοποιήσει την τεράστια περιουσία του θείου, η οποία ξεπερνούσε τα 20 εκατομμύρια ευρώ. Πριν συλληφθεί είχε προσπαθήσει να πουλήσει δέκα ακίνητα. Ο νεαρός αντιμετώπιζε στο παρελθόν σημαντικά οικονομικά προβλήματα και ο 68χρονος ήταν εκείνος που είχε αποπληρώσει τα χρέη του και τον είχε πείσει να επιστρέψει στη Φοινικούντα.
Ο επιχειρηματίας φίλος του 33χρονου, επίσης κατηγορούμενος ως ηθικός αυτουργός, φέρεται πως είχε οικονομικές δυσκολίες που τον ώθησαν να εμπλακεί. Στην υπόθεση προστίθεται και τρίτο πρόσωπο, το οποίο μετέφερε τον 22χρονο εκτελεστή στην Καλαμάτα και εντοπίζεται στη Γερμανία. Το αφήγημα του εκτελεστή ότι έφτασε στην Καλαμάτα περπατώντας και κολυμπώντας κρίθηκε αδιανόητο.
Ο ανιψιός και ο επιχειρηματίας παρουσιάστηκαν στον εισαγγελέα για την εκτέλεση των ενταλμάτων σύλληψης. Ο δικηγόρος του ανιψιού, Γιάννης Βέρρας, δήλωσε ότι ο εντολέας του δεν έχει σχέση με το έγκλημα και βρίσκεται σε κακή ψυχολογική κατάσταση, τονίζοντας: «Είναι σε άθλια κατάσταση. Από την πρώτη στιγμή συνεργάστηκε πλήρως με τη Δικαιοσύνη. Δηλώνει αθώος». Οι δύο κατηγορούμενοι θα οδηγηθούν στην ανακρίτρια Καλαμάτας για να απολογηθούν.