Οι αγροτικές κινητοποιήσεις μπαίνουν εκ νέου σε φάση κλιμάκωσης, με μπλόκα σε κομβικά σημεία του οδικού δικτύου και παρεμβάσεις που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητα χιλιάδων πολιτών. Το αγροτικό ζήτημα επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο, επιβεβαιώνοντας ότι πρόκειται για ένα διαχρονικό πρόβλημα που δεν αντιμετωπίστηκε ποτέ στη ρίζα του, αλλά μεταφερόταν από χρονιά σε χρονιά.
Οι αγρότες δεν βγαίνουν στον δρόμο από επιλογή. Βγαίνουν γιατί πιέζονται.
Το κόστος παραγωγής, η αβεβαιότητα, η έλλειψη σταθερού πλαισίου και η αίσθηση ότι οι δυσκολίες συσσωρεύονται χωρίς μόνιμη λύση, δημιουργούν ένα ασφυκτικό περιβάλλον. Η κοινωνία αναγνωρίζει το δίκαιο των αιτημάτων τους και σε μεγάλο βαθμό δείχνει κατανόηση.
Όμως η κατανόηση αυτή δεν είναι ανεξάντλητη.
Όταν οι δρόμοι κλείνουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα, η πίεση δεν ασκείται μόνο προς το πολιτικό σύστημα. Μεταφέρεται και στους πολίτες. Εργαζόμενοι δυσκολεύονται να μετακινηθούν, οικογένειες δεν μπορούν να ταξιδέψουν για να δουν τους γονείς τους, η καθημερινότητα μπαίνει σε αναστολή. Το αγροτικό παύει να είναι μόνο ένα κλαδικό ζήτημα και μετατρέπεται σε ευρύτερο κοινωνικό πρόβλημα.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν οι αγρότες έχουν δίκιο. Το έχουν.
Το ερώτημα είναι μέχρι ποιο σημείο ένας δίκαιος αγώνας μπορεί να συνεχίζεται χωρίς να δοκιμάζει τα όρια της κοινωνικής αντοχής και χωρίς να φθείρει το ίδιο το κοινωνικό του έρεισμα.
Η εικόνα των κινητοποιήσεων παραμένει ρευστή
Σε βασικούς άξονες της χώρας έχουν στηθεί μπλόκα με ελεγχόμενους και κατά διαστήματα αποκλεισμούς, οι οποίοι επαναξιολογούνται καθημερινά μέσα από συνελεύσεις των αγροτών. Στη Βόρεια Ελλάδα και τη Θεσσαλία, σημεία-βαρόμετρα παραμένουν ενεργά, με εναλλαγές ανοίγματος και κλεισίματος των δρόμων, ενώ σε τελωνειακές περιοχές έχουν καταγραφεί παρεμβάσεις περιορισμένης διάρκειας και συμβολικού χαρακτήρα.
Οι ίδιοι οι αγρότες, σε αρκετές περιπτώσεις, επιλέγουν να διευκολύνουν την κυκλοφορία σε συγκεκριμένες ώρες, αναγνωρίζοντας την ιδιαιτερότητα των ημερών και την ανάγκη μετακίνησης των πολιτών. Αυτό δείχνει επίγνωση του λεπτού σημείου στο οποίο βρίσκεται πλέον ο αγώνας τους.
Οι κινητοποιήσεις, σύμφωνα με τις δηλώσεις και τις αποφάσεις των μπλόκων, δεν έχουν συγκεκριμένο χρονικό ορίζοντα λήξης, αλλά επαναξιολογούνται διαρκώς, ανάλογα με τις εξελίξεις και τις κινήσεις που ενδέχεται να υπάρξουν σε θεσμικό επίπεδο.
Ένα πολιτικό μοτίβο που επαναλαμβάνεται
Το αγροτικό εμφανίζεται σχεδόν τελετουργικά, κυρίως τους χειμερινούς μήνες. Μπλόκα, ένταση, διαπραγματεύσεις, προσωρινές εκτονώσεις. Και ύστερα σιωπή, μέχρι την επόμενη φορά. Αυτό το μοτίβο δεν δείχνει μόνο τη δυσκολία των αγροτών. Δείχνει κυρίως την αδυναμία του πολιτικού συστήματος να δώσει μόνιμη λύση.
Η ευθύνη δεν μπορεί να μετακυλίεται επ’ αόριστον στους δρόμους ούτε να πληρώνεται από την κοινωνία. Χρειάζεται σταθερό πλαίσιο, σαφείς κανόνες και προοπτική για τον πρωτογενή τομέα, ώστε το αγροτικό να πάψει να λύνεται με πίεση και να αρχίσει να λύνεται με σχέδιο.
Το ζητούμενο είναι η λύση, όχι η σύγκρουση
Η κυβέρνηση οφείλει να κάνει ό,τι περνά από το χέρι της για να ικανοποιήσει τα δίκαια αιτήματα των αγροτών και να στηρίξει ουσιαστικά τον πρωτογενή τομέα. Ταυτόχρονα, όμως, η λύση δεν μπορεί και δεν πρέπει να έρχεται σε βάρος της κοινωνικής συνοχής και της καθημερινής ζωής των πολιτών.
Το δίκαιο των αγροτών είναι πραγματικό.
Πραγματική, όμως, είναι και η ανάγκη της κοινωνίας να λειτουργεί.
Αν δεν βρεθεί ένας δρόμος που να χωρά όλους, τότε το πρόβλημα δεν θα είναι ποιος έχει δίκιο. Θα είναι ότι, για άλλη μια φορά, η χώρα δεν κατάφερε να βρει λύση εκεί που όλοι την περιμένουν.