Το πορτρέτο του άνδρα που κατηγορείται ότι αφαίρεσε τη ζωή της μητέρας του, της 87χρονης χήρας και πρώην υπουργού του ΠΑΣΟΚ Ελένης Παπαδοπούλου, συντίθεται μέσα από αντιφάσεις, ρήξεις και μια μακρά πορεία απομάκρυνσης από την κοινωνία. Πίσω από το έγκλημα που συγκλόνισε, ξεδιπλώνεται μια ιστορία όπου η πολιτική κληρονομιά, η ιδεολογική σύγκρουση, τα παράνομα rave και η πλήρης άρνηση της εργασίας μπλέκονται σε ένα εκρηκτικό μείγμα.
Ο κατηγορούμενος μεγάλωσε σε οικογένεια με βαρύ πολιτικό αποτύπωμα. Ο πατέρας του υπήρξε εξέχουσα μορφή της Μεταπολίτευσης, εντάχθηκε στο ΠΑΣΟΚ στα τέλη της δεκαετίας του 1970, εξελέγη βουλευτής Έβρου και διετέλεσε υπουργός Βορείου Ελλάδος στη δεύτερη κυβέρνηση Ανδρέα Παπανδρέου. Το οικογενειακό περιβάλλον διέθετε κύρος, πρόσβαση στην εξουσία και οικονομική άνεση, πλήρως ενταγμένο στην κρατική και θεσμική πραγματικότητα της εποχής.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο γιος ανέπτυξε από νωρίς έντονη αντίδραση. Απέρριψε όχι μόνο την πολιτική πορεία του πατέρα του αλλά συνολικά το αξιακό σύστημα που αυτή εξέφραζε. Για εκείνον, το ΠΑΣΟΚ δεν συμβόλιζε κοινωνική άνοδο αλλά έλεγχο και καταπίεση. Η σύγκρουση αυτή δεν έμεινε θεωρητική, αλλά μετατράπηκε σε τρόπο ζωής.
Η άρνηση της σταθερής εργασίας, η αποστασιοποίηση από την οικογένεια και η αμφισβήτηση κάθε θεσμικού πλαισίου τον οδήγησαν σταδιακά στο περιθώριο. Η πιο χαρακτηριστική έκφραση αυτής της στάσης ήρθε τη δεκαετία του 1990, όταν φέρεται να διοργάνωνε παράνομα rave πάρτι στα Οινόφυτα, σε εκτάσεις ιδιοκτησίας του πατέρα του. Χωρίς άδειες και έλεγχο, τα πάρτι αυτά συνδέθηκαν με μια ιδεολογία απόρριψης των κανόνων και επιστροφής στη φύση. Σε παλαιότερες τοποθετήσεις του, ο ίδιος μιλούσε για μια ανθρωπότητα που «καταστρέφει τη φύση», ενισχύοντας την εικόνα ενός ανθρώπου αποκομμένου από το κοινωνικό συμβόλαιο.
Η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε και από ένα τραγικό περιστατικό, τον θάνατο μιας νεαρής κοπέλας στα Οινόφυτα, γεγονός που προκάλεσε έντονη δημόσια συζήτηση και θεωρείται σημείο καμπής τόσο για τη σκηνή των rave όσο και για τη δική του πορεία. Ακολούθησε η απόσυρσή του και η στροφή σε μια φαινομενικά αντίθετη δραστηριότητα, τη δημιουργία μεγάλης φάρμας παραγωγής αυγών. Η προσπάθεια αυτή κράτησε λίγο, εγκαταλείφθηκε και κατέρρευσε.
Από εκείνο το σημείο και μετά, σύμφωνα με μαρτυρίες, δεν εργάστηκε ξανά. Η οικονομική του επιβίωση βασιζόταν στους γονείς του, ενώ σταδιακά φέρεται να κατανάλωνε τα χρήματά τους. Η σχέση με τη μητέρα του επιδεινώθηκε δραματικά. Εκείνη τον πίεζε να εργαστεί και να αυτονομηθεί, ενώ εκείνος απαιτούσε να πουλήσει το διαμέρισμα στο Κολωνάκι για να καλυφθούν τα χρέη του, τα οποία σύμφωνα με πληροφορίες ξεπερνούσαν τις 400.000 ευρώ.
Ο θάνατος της Ελένης Παπαδοπούλου αρχικά δεν θεωρήθηκε εγκληματική ενέργεια. Το σκηνικό παρέπεμπε σε ατύχημα ή παθολογικό επεισόδιο. Ωστόσο, μαρτυρίες για έντονους καβγάδες τις προηγούμενες ημέρες και οι αντιφατικές περιγραφές του ίδιου για τις τελευταίες ώρες της μητέρας του δημιούργησαν από νωρίς ερωτήματα. Τα ιατροδικαστικά ευρήματα αποκάλυψαν κακώσεις ασύμβατες με ατύχημα, ενώ η εικόνα του χώρου έδειχνε προσπάθεια παραπλάνησης.
Σταδιακά, οι Αρχές κατέληξαν ότι επρόκειτο για δολοφονία, με τον γιο να βρίσκεται στο επίκεντρο καθώς ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που βρέθηκε μαζί της. Σύμφωνα με την εικόνα που σχηματίστηκε, φέρεται να της χορήγησε υπνωτικά χάπια που προκάλεσαν τον θάνατό της και στη συνέχεια να προκάλεσε φωτιά ώστε να καλύψει τα ίχνη του.
Το μεσημέρι της Παρασκευής οδηγήθηκε στα δικαστήρια της Ευελπίδων, κατηγορούμενος για την άγρια δολοφονία της μητέρας του στο Κολωνάκι, με τις αντιφάσεις στις καταθέσεις του και το ισχυρό οικονομικό κίνητρο να βαραίνουν καθοριστικά σε βάρος του.