«Θες να βγάλεις εύκολα λεφτά;». Με αυτή τη φράση ξεκίνησε το 2018 η γνωριμία ενός 23χρονου φοιτητή με τον κόσμο της δωρεάς σπέρματος. Ένας συμφοιτητής του τον πλησίασε προτείνοντάς του μια διαδικασία που, όπως του είπε, θα του απέφερε 700 έως 800 ευρώ μέσα σε λίγα λεπτά. Ο Κ., όπως αναφέρεται με ψευδώνυμο καθώς τα στοιχεία του είναι στη διάθεση του Newsbomb, αποδέχτηκε χωρίς πολλές δεύτερες σκέψεις.
Την περίοδο εκείνη η χώρα βρισκόταν στα τελευταία στάδια της οικονομικής κρίσης και τα χρήματα ήταν δυσεύρετα. Παράλληλα, η υποβοηθούμενη αναπαραγωγή εξελισσόταν σε έναν δυναμικό και ιδιαίτερα επικερδή τομέα, προσφέροντας ελπίδα σε ζευγάρια και μεμονωμένα άτομα που επιθυμούσαν να αποκτήσουν παιδί μέσω ανώνυμου δότη.
Χρόνια αργότερα, το 2025, η Ευρώπη βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα σοκ, καθώς αποκαλύφθηκε ότι Δανός δότης είχε μεταδώσει άθελά του σπάνιο γονίδιο καρκίνου σε περίπου 200 παιδιά. Ανάμεσά τους και 18 παιδιά στην Ελλάδα, με δύο να έχουν νοσήσει και ένα να έχει χάσει τη ζωή του.
Ο Κ. περιγράφει στο Newsbomb μια διαδικασία που, όπως λέει, έμοιαζε με έναν συνηθισμένο ετήσιο ιατρικό έλεγχο. «Έκανα αιματολογικές εξετάσεις και έδωσα δείγμα σπέρματος. Μου είπαν πως είμαι υγιής και μπορώ να ξεκινήσω. Λάμβανα για κάθε επίσκεψη στην κλινική περί τα 90 ευρώ. Συνολικά πήγα 7 με 8 φορές και πήρα 700 ευρώ», αναφέρει.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί ο τρόπος καταβολής της αμοιβής. Όπως εξηγεί, υπέγραψε μόνο ένα έγγραφο εμπιστευτικότητας, ενώ τα χρήματα τα έπαιρνε στο χέρι χωρίς απόδειξη. «Τα χρήματα μου τα έδιναν στο χέρι, δεν πήρα καμία απόδειξη ή χαρτί. Η όλη διαδικασία κράταγε 20 λεπτά και δεν έμπαινα από την κύρια είσοδο αλλά από το πλάι», σημειώνει.
Όταν ερωτάται για το ενδεχόμενο να υπάρχουν παιδιά από το γενετικό του υλικό, η απάντησή του είναι απόλυτη. «Δεν θέλω να ξέρω, ούτε με νοιάζει».
Η προσφορά των κέντρων υποβοηθούμενης αναπαραγωγής είναι αδιαμφισβήτητη για χιλιάδες ανθρώπους που δυσκολεύονται να αποκτήσουν παιδί. Ωστόσο, τα ερωτήματα αρχίζουν από τις δικλείδες ασφαλείας και τους ελέγχους. Όπως είχε πει ο Σενέκας, «ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις».
Στην πράξη, σύμφωνα με το ρεπορτάζ, νεαροί άνδρες με οικονομικές ανάγκες αποτελούν εύκολη λύση για τα κέντρα, τα οποία με μικρό κόστος εξασφαλίζουν γενετικό υλικό που στη συνέχεια αποφέρει κέρδη δεκάδων χιλιάδων ευρώ. Δεν είναι άλλωστε μακρινή η υπόθεση στην Κρήτη, όπου αποκαλύφθηκε κύκλωμα με παράτυπες μετανάστριες που χρησιμοποιούνταν ως παρένθετες μητέρες.
Το νομικό πλαίσιο αποδεικνύεται ανεπαρκές. Η περίπτωση του Δανού δότη με τα 200 παιδιά καταδεικνύει το κενό ελέγχου σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και το βιολογικό ρίσκο της ανεξέλεγκτης χρήσης γενετικού υλικού.
Στην Ελλάδα, όπως επιβεβαίωσε η Εθνική Αρχή Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής, έχουν ταυτοποιηθεί 18 παιδιά από το συγκεκριμένο σπέρμα. Η πρόεδρος της Αρχής, Ισμήνη Κριάρη, εξηγεί ότι οι δότες ελέγχονται για συγκεκριμένους ιούς και συχνές γενετικές ασθένειες. «Το γονίδιο που είχε ο συγκεκριμένος δότης είναι πάρα πολύ σπάνιο και δύσκολο να εντοπιστεί», σημειώνει, προσθέτοντας ότι δεν εξετάζεται συστηματικά σε καμία χώρα.
Όπως τονίζει, το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο το γονίδιο αλλά η έκταση της δωρεάς. «Το θέμα είναι γιατί επετράπη σε έναν άνθρωπο να δίνει σπέρμα επί 15 χρόνια πολλές φορές», λέει χαρακτηριστικά.
Αντίστοιχη υπόθεση σημειώθηκε και στην Ολλανδία, όπου ο Jonathan Jacob Meijer έγινε πατέρας τουλάχιστον 550 παιδιών. Το δικαστήριο της Χάγης του απαγόρευσε να απευθύνεται σε αυτά μέσω διαδικτύου, επικαλούμενο τον κίνδυνο αιμομιξίας και ψυχολογικής πίεσης.
Το λεγόμενο «σπέρμα των Βίκινγκ» από τη Δανία έχει αποκτήσει παγκόσμια ζήτηση λόγω αυστηρών κριτηρίων επιλογής και συγκεκριμένων γενετικών χαρακτηριστικών. Όπως εξηγούν ειδικοί, λιγότεροι από πέντε στους εκατό υποψήφιους δότες πληρούν τις προϋποθέσεις. Η έλλειψη δοτών καθιστά το σπέρμα «πολύτιμο αγαθό», οδηγώντας τις τράπεζες να μεγιστοποιούν τη χρήση κάθε εγκεκριμένου δείγματος.
Η ιστορία του Κ. είναι μία μόνο από τις πολλές που αναδεικνύουν το ανθρώπινο και ηθικό βάρος πίσω από μια βιομηχανία που κινείται ανάμεσα στην ελπίδα και στο ρίσκο. Η τεχνολογία μπορεί να προσφέρει λύσεις, αλλά, όπως δείχνουν τα γεγονότα, κανένα σύστημα δεν είναι σε θέση να προβλέψει και να ελέγξει τα πάντα.