Στην Ελλάδα της πολιτικής αστάθειας και της αυξανόμενης λαϊκής δυσαρέσκειας, η συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο ίδρυσης ενός νέου πολιτικού φορέα υπό το όνομα και την κινητοποίηση της Μαρίας Καρυστιανού έχει προκαλέσει αίσθηση και έντονες αντιδράσεις από όλο το πολιτικό φάσμα, συμπεριλαμβανομένης και της αντιπολίτευσης. Το όνομα της Καρυστιανού – γνωστής για τον αγώνα της μετά την τραγωδία της σιδηροδρομικής σύγκρουσης στα Τέμπη – έχει συνδεθεί με εκκλήσεις για κάθαρση και δικαιοσύνη, στοιχεία που έχουν βρει απήχηση σε ευρύ κομμάτι της κοινωνίας, ιδίως σε πολίτες απογοητευμένους από τα παραδοσιακά κόμματα.
Τις τελευταίες εβδομάδες οι αναφορές για ένα πιθανό κόμμα υπό την ηγεσία της βρίσκονται σε φάση οργάνωσης, με συνεργασίες να διαμορφώνονται και το εγχείρημα να προγραμματίζει επίσημη παρουσίαση μέσα στους επόμενους μήνες. Ο στόχος που έχει τεθεί είναι να δημιουργηθεί ένα πολιτικό σώμα με ριζοσπαστικό χαρακτήρα στην εκπροσώπηση της κοινωνικής οργής και της απαίτησης για αλλαγή, ιδιαίτερα αφού πολλοί πολίτες συνδέουν τον πολιτικό σωλήνα με την αποτυχία να αντιμετωπιστούν συστηματικά προβλήματα διαφάνειας και λογοδοσίας.
Η αντιπολίτευση βλέπει με ανησυχία αυτό το ενδεχόμενο για αρκετούς λόγους. Πρώτον, ένα νέο κόμμα βασισμένο στο θυμικό και τις κοινωνικές αντιδράσεις, με έμφαση στην κάθαρση και την αλλαγή του πολιτικού συστήματος, μπορεί να εκμαιεύσει ψηφοφόρους από παραδοσιακούς σχηματισμούς που ήδη παλεύουν να πείσουν ότι μπορούν να αντιπαρατεθούν με την κυβέρνηση. Η ευκολία με την οποία η «μάνα των Τεμπών» έχει αποκτήσει ευρεία υποστήριξη δείχνει ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι διατεθειμένο να ακούσει και να στηρίξει κάτι νέο, πέρα από την παραδοσιακή κομματική λογική, και αυτό προκαλεί στρατηγικό πονοκέφαλο στην αντιπολίτευση που ήδη αντιμετωπίζει εσωτερικές κρίσεις.
Επιπλέον, η ίδια η παρουσία της Καρυστιανού στο πολιτικό σκηνικό συνδέεται με ένα είδος «αντισυστημικού προτάγματος» που δεν υπακούει σε παραδοσιακά ιδεολογικά καλούπια. Αντί να κινείται αποκλειστικά με βάση την Αριστερά ή τη Δεξιά, το ενδεχόμενο κόμμα φαίνεται να απευθύνεται σε μεγάλα στρώματα πολιτών που έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους στα υπάρχοντα κόμματα ή θεωρούν ότι τα παραδοσιακά πολιτικά σχήματα έχουν αποτύχει να ανταποκριθούν στις προσδοκίες τους. Αυτή η ικανότητα να ανατρέπει πολιτικές προσδοκίες, ακόμα και χωρίς πλήρες οργανωτικό ή ιδεολογικό πρόγραμμα, προκαλεί ταραχή σε ένα πολιτικό σύστημα που είναι ήδη εύθραυστο.
Δεν είναι τυχαίο ότι η σφοδρή κριτική προς την Καρυστιανού δεν προέρχεται μόνο από την κυβέρνηση αλλά και από παραδοσιακά κόμματα της αντιπολίτευσης, όπως το ΠΑΣΟΚ, τα οποία αμφισβητούν τη σαφήνεια των θέσεών της, τη στρατηγική και τα στελέχη που μπορεί να συσπειρώσουν. Αυτές οι επιφυλάξεις αντικατοπτρίζουν τον φόβο ότι ένα κόμμα που φέρνει μαζί του την κοινωνική δυναμική και τα εκλογικά ποσοστά που δείχνουν οι δημοσκοπήσεις μπορεί να αναδιαμορφώσει τις πολιτικές ισορροπίες πριν οι παραδοσιακοί σχηματισμοί προλάβουν να προσαρμοστούν.
Σε κάθε περίπτωση, το πολιτικό σκηνικό φαίνεται πως μπαίνει σε μια νέα φάση όπου το κεντρικό ζήτημα δεν είναι μόνο η αντιπαράθεση κυβέρνησης-αντιπολίτευσης αλλά η επανεξέταση της ίδιας της πολιτικής εκπροσώπησης, με παράγοντες που ξεφεύγουν από τα καθιερωμένα, γεγονός που εξηγεί γιατί πολλοί στην αντιπολίτευση δεν βλέπουν απλώς μια νέα πολιτική δύναμη αλλά μια πιθανή ανατροπή των υφιστάμενων ισορροπιών.
