Το Διοικητικό Συμβούλιο του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά καταδικάζει την πρακτική της μη καθαρογράφησης αθωωτικών αποφάσεων, υπογραμμίζοντας ότι «η πρακτική αυτή παραβιάζει το Σύνταγμα», πλήττει τα δικαιώματα των πολιτών και μειώνει τη διαφάνεια της Δικαιοσύνης. Ο Σύλλογος τονίζει ότι κάθε απόφαση, «ανεξαρτήτως του εάν είναι καταδικαστική ή αθωωτική, πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη», ώστε να διασφαλίζεται το τεκμήριο αθωότητας και η δυνατότητα ελέγχου της δικαστικής κρίσης.
Η μη καθαρογράφηση δημιουργεί «κενά στη νομολογία», περιορίζει τη δυνατότητα του αθωωθέντος να ασκήσει ένδικα μέσα και δυσχεραίνει την υπεράσπιση των δικηγόρων, πλήττοντας τη διαφάνεια στη λειτουργία των δικαστηρίων. Το Διοικητικό Συμβούλιο ζητά από τις αρμόδιες αρχές να διασφαλίσουν ότι «όλες οι αποφάσεις θα καταγράφονται πλήρως και με σαφήνεια σε όλη την Επικράτεια».
Η θέση αυτή έρχεται στο πλαίσιο διαφωνιών στον νομικό κόσμο, με παρεμβάσεις από τον δικηγόρο Κώστα Παπαδάκη, τον Επιστημονικό Σύνδεσμο Δικηγόρων «Οι Ποινικολόγοι», τον Αρεοπαγίτη ε.τ. Λέανδρο Τ. Ρακιντζή και την Ένωση Μαχόμενων Δικηγόρων, οι οποίοι είχαν επισημάνει τον κίνδυνο παραβίασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος και των δικαιωμάτων του πολίτη. Αντίθετα, ο Πρόεδρος Εφετών Κωνσταντίνος Κουτσογεώργος είχε διαφορετική οπτική, επικεντρώνοντας την προσοχή στην οργανωτική διαχείριση του φόρτου εργασίας και στην «επάρκεια του διατακτικού» για την ενσωμάτωση της αθωότητας.
Στην ανακοίνωση του ΔΣΠ τονίζεται ότι «οποιαδήποτε αντίθετη πρακτική ή απόφαση δικαστικού σχηματισμού με την οποία εξαιρούνται οι αθωωτικές αποφάσεις από την υποχρέωση καθαρογραφής, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη συνταγματική ρύθμιση του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος».
Η μη καθαρογράφηση παραβιάζει τη δημοσιότητα της δίκης και το σκεπτικό της απόφασης, δυσχεραίνει τον έλεγχο της αιτιολογίας, περιορίζει την άσκηση ενδίκων μέσων και «διαστρεβλώνει τον ερμηνευτικό ρόλο της νομολογίας», καθώς αυτή θα απαρτίζεται μόνο από καταδικαστικές αποφάσεις. Παράλληλα πλήττει το τεκμήριο αθωότητας και στερεί από τον αθωωθέντα «ουσιώδη δικαιώματά του», μεταξύ των οποίων η απόδειξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων που οδήγησαν στην απαλλαγή του.
Το ΔΣΠ υπογραμμίζει ότι το ζήτημα πρέπει να «λυθεί συνολικά για όλη την Επικράτεια και όχι ανά δικαστικό σχηματισμό», σύμφωνα με το Σύνταγμα και τις επιταγές της δίκαιης δίκης κατά ΕΣΔΑ.