Σοβαρές ενδείξεις έντασης λίγο πριν τον θάνατο του Σήφη Βαλυράκη κατέθεσε στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο ο μάρτυρας Κωνσταντίνος Ασημάκος, φωτίζοντας κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης ανθρωποκτονίας που εκτυλίχθηκε στη θαλάσσια περιοχή της Ερέτριας τον Ιανουάριο του 2021.
Ο μάρτυρας, τότε εργαζόμενος σε αρτοποιείο και ερασιτέχνης ψαράς, περιέγραψε σκηνές έντονης αντιπαράθεσης ανάμεσα στο φουσκωτό του πρώην υπουργού και σε επαγγελματικό αλιευτικό. Όπως ανέφερε, βρισκόταν στο Νησί των Ονείρων για ψάρεμα όταν αντιλήφθηκε την ένταση στη θάλασσα. «Είχα πάει για σουπιές με ένα καλάμι», είπε, εξηγώντας ότι στην περιοχή υπήρχε αρκετός κόσμος και φασαρία.
Καταθέτοντας ενώπιον της έδρας, περιέγραψε πως είδε τον Σήφη Βαλυράκη να προσπαθεί να εκκινήσει το σκάφος του, το οποίο παρουσίαζε πρόβλημα στη μηχανή. Λίγο αργότερα, ένα επαγγελματικό καΐκι πλησίασε σε κοντινή απόσταση, τέτοια ώστε να ακούγονται καθαρά οι διάλογοι. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, από το αλιευτικό ακούστηκε η φράση «θα φωνάξω το Λιμεναρχείο», ενώ από το φουσκωτό απαντήθηκε με το χυδαίο «θα μου κλά@@@ τ’ α@@@@».
Ο ίδιος τόνισε ότι παρόμοιοι καβγάδες δεν είναι σπάνιοι στην περιοχή και αρχικά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο περιστατικό. Ανέφερε μάλιστα πως το αλιευτικό έκανε δύο κύκλους γύρω από το φουσκωτό πριν τα σκάφη απομακρυνθούν. «Είπα, “ένας ακόμα συνηθισμένος καβγάς”», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Ωστόσο, όπως κατέθεσε, το γεγονός ότι έφυγε νωρίτερα από το σημείο εξακολουθεί να τον βαραίνει. «Αυτό με έτρωγε. Αν είχα μείνει λίγο ακόμα, ίσως να είχα δει κάτι», είπε, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να συνέβη κάτι περισσότερο από μια απλή λεκτική αντιπαράθεση.
Ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν μπορεί να είναι βέβαιος αν ο Σήφης Βαλυράκης βρισκόταν πάνω στο σκάφος τη στιγμή που αυτό απομακρυνόταν. «Ο Θεός είναι ψηλά, δεν μπορώ να πω κάτι που δεν έχω δει», τόνισε.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και η αναφορά του στις πιέσεις και τις απειλές που, όπως υποστήριξε, δέχθηκε μετά την κατάθεσή του. Όπως είπε, όταν ενημερώθηκε για την εξαφάνιση του πρώην υπουργού προσπάθησε να ειδοποιήσει το Λιμενικό, χωρίς ουσιαστική ανταπόκριση. Την επόμενη ημέρα κατέθεσε, αλλά αισθάνθηκε ότι δεν τον άκουσε κανείς. «Είτε στον τοίχο μίλαγα είτε στον διοικητή της Ερέτριας, το ίδιο πράγμα», ανέφερε.
Στη συνέχεια, όπως κατήγγειλε, άρχισαν οι απειλές, γεγονός που τον οδήγησε να φύγει οικογενειακώς από την Ερέτρια. «Ερχόντουσαν στη μάνα μου στο μαγαζί και της έλεγαν “ο γιος σου τα πήρε από την οικογένεια Βαλυράκη”», κατέθεσε, προσθέτοντας ότι ακόμη και λιμενικός του είπε πως «από τις κατάρες που έχω φάει δεν θα λιώσουν τα κόκαλά μου».
Ισχυρίστηκε επίσης ότι ένας από τους κατηγορούμενους τον πλησίασε λέγοντάς του «πες την αλήθεια, γιατί έχουμε μάθει ότι έχεις υπενοικιάσει το μαγαζί».
Νωρίτερα, οι συνήγοροι προς υποστήριξη της κατηγορίας επανέφεραν το ζήτημα της ασφάλειας των μαρτύρων, κάνοντας λόγο για συνεχιζόμενες απειλές και αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο να ζητηθεί καθεστώς προστασίας. Στο πλαίσιο της διαδικασίας, έγινε επίσης αναφορά στην αυτοκτονία αστυνομικού που, σύμφωνα με όσα ειπώθηκαν στο δικαστήριο, αναζητούσε τον μάρτυρα στο πλαίσιο της έρευνας για την υπόθεση Βαλυράκη.
Η κατάθεση ανέδειξε ένα σκηνικό έντασης, φόβου και σιωπών που συνεχίζουν να σκιάζουν την υπόθεση, προσθέτοντας νέα, βαριά ερωτήματα γύρω από τις συνθήκες του θανάτου του πρώην υπουργού.