Με ιδιαίτερα βαρύ κατηγορητήριο αναμένεται να καθίσουν στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης στις 26 Ιανουαρίου 2026 η σήμερα 28χρονη Γεωργία Μπίκα και ο πρώην φίλος και εργοδότης της Χρήστος Καραθανάσης, ιδιοκτήτης της εταιρείας Royal Sugar, μαζί με ακόμη τρία άτομα που φέρονται ως συνεργοί τους.
Η υπόθεση αφορά το παρασκήνιο της καταγγελίας για ομαδικό βιασμό σε σουίτα πολυτελούς ξενοδοχείου της Θεσσαλονίκης, μετά από ρεβεγιόν την Πρωτοχρονιά του 2022. Παρότι η συγκεκριμένη καταγγελία τέθηκε στο αρχείο από τις εισαγγελικές αρχές, με τη Γεωργία Μπίκα να ακούει τότε ότι οι ισχυρισμοί της κρίθηκαν ως «ψέματα», η ίδια πλέον βρίσκεται αντιμέτωπη με τη Δικαιοσύνη ως κατηγορούμενη.
Μαζί με τον Χρήστο Καραθανάση και τη Γεωργία Μπίκα παραπέμπονται να δικαστούν οι Νικόλαος Μανάκης, Κωνσταντίνος Γεωργιάδης και Mikheil Mikadge. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, όλοι τους φέρονται να εμπλέκονται στην αρπαγή του Εμμανουήλ Παπαδόπουλου, ο οποίος εργαζόταν ως μετρ στο γνωστό καφέ μπαρ «Αχίλλειον» στη λεωφόρο Νίκης.
Ο Χρήστος Καραθανάσης αντιμετωπίζει το βαρύτερο φάσμα κατηγοριών, καθώς ο παθών τον κατηγορεί για «αρπαγή από κοινού με σκοπό να εξαναγκασθεί ο παθών σε πράξη για την οποία δεν υπάρχει υποχρέωσή του, επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη βία από κοινού, πρόσβαση, χωρίς δικαίωμα, σε στοιχεία που μεταδίδονται με συστήματα τηλεπικοινωνιών, απειλή και εξύβριση κατ’ εξακολούθηση, καθώς και για συκοφαντική δυσφήμηση μέσω διαδικτύου».
Ο Νικόλαος Μανάκης κατηγορείται για αρπαγή από κοινού, ενώ η Γεωργία Μπίκα για άμεση συνέργεια σε αρπαγή από κοινού με σκοπό τον εξαναγκασμό του παθόντος. Οι Κωνσταντίνος Γεωργιάδης και Mikheil Mikadge διώκονται για παράνομη βία από κοινού και για απλή συνέργεια σε πρόσβαση χωρίς δικαίωμα σε δεδομένα που μεταδίδονται μέσω συστημάτων τηλεπικοινωνιών.
Ιδιαίτερα ανατριχιαστικά είναι όσα περιγράφονται στην εισαγγελική πρόταση αναφορικά με τη συμπεριφορά του επιχειρηματία. Σύμφωνα με αυτή, «άρχισε τα γρονθοκοπήματα, χτυπώντας τον Παπαδόπουλο δύο φορές στο κεφάλι και μία φορά στο στόμα, σε σημείο που προκλήθηκε θλαστική κάκωση με αιμορραγία», ενώ ο παθών φέρεται να άκουσε «πολλαπλές απειλητικές και εξυβριστικές φράσεις καθ’ όλη τη διάρκεια της κράτησης του».
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι φράσεις «Θα σε κάνω ανάπηρο αν δεν μιλήσεις», «αν δεν μιλήσεις και δεν μου πεις τι έπαθε η Γεωργία και δεν πάρεις τηλέφωνο αυτούς τους αλήτες, δεν θα τελειώσει ποτέ το μαρτύριο που περνάς και θα συνεχίσω να σε χτυπάω αλύπητα σαν ψάρι», «αν δεν μας είχαν πάρει οι κάμερες του δρόμου θα σε είχα πάρει απαγωγή στο βουνό» και «μάθε εντός της ημέρας ποιος έχει βιάσει τη Γεωργία και εάν τυχόν μιλήσεις γι αυτό που έγινε σήμερα σε κάποιον ή στην Αστυνομία έχεις πεθάνει…».
Μάλιστα, όπως επισημαίνεται, την τελευταία απειλή «την απηύθυνε ο επιχειρηματίας ενώ συγχρόνως σημάδευε στην κοιλιά τον Εμμανουήλ Παπαδόπουλο με πιστόλι», όπλο για το οποίο διέθετε τότε νόμιμη άδεια, η οποία στη συνέχεια του αφαιρέθηκε.
Λίγες ημέρες αργότερα, οι κατηγορούμενοι φέρονται να οδήγησαν τον Παπαδόπουλο στο σπίτι του επιχειρηματία, όπου εμφανίστηκαν δύο κουκουλοφόροι, του απέσπασαν το κινητό τηλέφωνο και τους κωδικούς ασφαλείας του και ανάρτησαν σε προσωπικό του λογαριασμό στα κοινωνικά δίκτυα ότι εκείνος πίεσε τη Μπίκα και άλλες κοπέλες να παραστούν στο επίμαχο πάρτι. Η εισαγγελέας ωστόσο ξεκαθαρίζει πως «ο εγκαλών ουδέποτε πίεσε νεαρές κοπέλες να παραστούν σε πάρτι στη σουίτα ξενοδοχείου παρά μόνο κάλεσε τη Γεωργία Μπίκα, η οποία θεληματικά παραβρέθηκε».
Στη συνέχεια, σύμφωνα με τη δικογραφία, ο Καραθανάσης ισχυρίστηκε ότι η 28χρονη «έχει αρχίσει να θυμάται και τελικά τη βίασαν τρεις και όχι ένας», ενώ επανέλαβε τις απειλές με φράσεις όπως «Αν σβήσεις το story μέσα στις επόμενες 24 ώρες, θα πεθάνεις».
Αν και αρχικά ο νεαρός μετρ σιώπησε, την επόμενη ημέρα κατήγγειλε στις Αρχές όλα όσα είχαν προηγηθεί, εμφανώς τρομοκρατημένος.
Οι κατηγορίες που αποδίδονται στους εμπλεκόμενους αφορούν, κατά περίπτωση, αρπαγή από κοινού, άμεση συνέργεια σε αρπαγή, επικίνδυνη σωματική βλάβη, παράνομη βία, εξύβριση από κοινού και συκοφαντική δυσφήμηση μέσω διαδικτύου, ενώ σε περίπτωση καταδίκης όλοι τους αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο πολυετών ποινών κάθειρξης.