Η ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν κλιμακώνεται, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο στρατιωτικής επέμβασης και η Τεχεράνη προχωρά σε προληπτικά μέτρα, κλείνοντας προσωρινά τον εναέριο χώρο της χώρας. Η κατάσταση φουντώνει μετά τις φονικές αντικυβερνητικές διαδηλώσεις, στις οποίες φέρεται ότι έχουν σκοτωθεί πάνω από 3.000 άνθρωποι. Ο Αμερικανός πρόεδρος προειδοποιεί ότι «κάθε καθεστώς μπορεί να αποτύχει» και ότι θα επέμβει στρατιωτικά αν συνεχιστεί η αιματοχυσία. Παράλληλα, περιέγραψε τον Ρεζά Παχλαβί, γιο του τελευταίου σάχη του Ιράν, ως «πολύ ωραίο τύπο», αμφισβητώντας όμως κατά πόσο θα μπορούσε να ηγηθεί της χώρας.
Στο μεταξύ, ο Ιρανός ΥΠΕΞ Αμπάς Αραγτσί τόνισε στο Fox News ότι η χώρα «έχει τον πλήρη έλεγχο» της κατάστασης και διαβεβαίωσε ότι «δεν θα γίνουν απαγχονισμοί για 48 ώρες», προσθέτοντας ότι «δεν υπάρχει σχέδιο για εκτελέσεις». Η δήλωση αυτή έρχεται σε συνέχεια δύο εβδομάδων μαζικών κινητοποιήσεων που πυροδότησαν σφοδρή καταστολή από τις ιρανικές αρχές.
Οι αμερικανικές απειλές και η ένταση στην περιοχή οδήγησαν το Ιράν στο προσωρινό κλείσιμο του εναέριου χώρου του για περίπου πέντε ώρες, προκαλώντας ακυρώσεις και καθυστερήσεις πτήσεων, ενώ η Τεχεράνη άνοιξε ξανά τον εναέριο χώρο λίγα λεπτά πριν από τις 05:00 ώρα Ελλάδας. Οι ΗΠΑ έχουν ήδη απαγορεύσει σε όλα τα εμπορικά αεροσκάφη να πετούν στον ιρανικό εναέριο χώρο, ενώ αρκετές διεθνείς αεροπορικές εταιρείες, όπως η Lufthansa και η Air India, έχουν αλλάξει διαδρομές ή ακυρώσει πτήσεις λόγω των κινδύνων.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ συγκλήθηκε εκτάκτως κατόπιν αιτήματος των ΗΠΑ για να ενημερωθεί σχετικά με την κατάσταση στο Ιράν, σε μια προσπάθεια να παρακολουθηθεί η κρίση από διεθνή κλιμάκια. Οι τελευταίες εξελίξεις υπενθυμίζουν τραγικά την κατάρριψη του Boeing 737 της Ukraine International Airlines το 2020, όταν 176 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ως αποτέλεσμα της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, υπογραμμίζοντας την επικινδυνότητα της ατμόσφαιρας για εμπορικές και πολιτικές πτήσεις στην περιοχή.
Η κατάσταση παραμένει ρευστή, με τον κόσμο να παρακολουθεί την κλιμάκωση και τους κινδύνους για νέα στρατιωτικά επεισόδια, ενώ η διεθνής κοινότητα αναμένει με αγωνία τις επόμενες κινήσεις τόσο της Ουάσιγκτον όσο και της Τεχεράνης.