Σε μια μακρά και ιδιαίτερα κρίσιμη διαδικασία εξελίσσεται η απολογία του 54χρονου σμηνάρχου στο Αεροδικείο, ο οποίος κατηγορείται για κατασκοπεία υπέρ της Κίνας. Ο αξιωματικός βρίσκεται ενώπιον του στρατιωτικού εισαγγελέα για περισσότερες από έξι ώρες, καθώς οδηγήθηκε στο δικαστήριο στις 09:30 το πρωί της Τρίτης και λίγο πριν τις 16:00 η κατάθεσή του δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί.
Ο σμήναρχος, που έχει ήδη ομολογήσει τη δράση του, φέρεται να έχει εξηγήσει στις Αρχές πώς ακριβώς προσεγγίστηκε από Κινέζους παράγοντες και με ποιον τρόπο οργανώθηκε η συνεργασία.
Στο επίκεντρο της απολογίας του βρέθηκε η συνάντηση που είχε στην Αθήνα με τον Κινέζο σύνδεσμό του, ο οποίος αναφέρεται με το όνομα «Στίβεν». Σύμφωνα με όσα περιέγραψε, το ραντεβού πραγματοποιήθηκε σε γνωστό εστιατόριο στον Πειραιά, όπου ο «Στίβεν» εγκατέστησε στο «κρυφό» κινητό τηλέφωνο του αξιωματικού ειδική εφαρμογή crypto wallet, μέσω της οποίας θα γίνονταν οι πληρωμές. Παράλληλα του έδωσε τους απαραίτητους κωδικούς ώστε να μπορεί να μεταφέρει χρήματα και σε τραπεζικούς λογαριασμούς.
Οι ερευνητικές αρχές εξετάζουν πλέον εξονυχιστικά το συγκεκριμένο crypto wallet, ενώ διερευνάται και το ενδεχόμενο χρηματικών διαδρομών μέσω κινεζικών τραπεζών.
Σύμφωνα με πληροφορίες της ΕΡΤ, ο «Στίβεν» έχει ταυτοποιηθεί και φέρεται να είναι αξιωματικός του κινεζικού στρατού. Η υπόθεση παρακολουθούνταν ήδη από τον περασμένο Οκτώβριο από την ΕΥΠ και το ΓΕΕΘΑ, μετά από πληροφορίες της CIA, καθώς ο ανώτερος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, διοικητής της 128 ΣΕΤΗ στο Καβούρι, κατηγορείται ότι διέρρεε διαβαθμισμένα στοιχεία τηλεπικοινωνιών και ψηφιακών συστημάτων προς την Κίνα έναντι αμοιβής.
Η πρώτη επαφή, σύμφωνα με τα στοιχεία, έγινε μέσω LinkedIn, με τον Κινέζο πράκτορα να εμφανίζεται ως εκπρόσωπος τεχνολογικής εταιρείας. Η συνεργασία ξεκίνησε σταδιακά με υποτιθέμενες μελέτες και στη συνέχεια εξελίχθηκε σε παράδοση απόρρητου υλικού μέσω κρυπτογραφημένων επικοινωνιών.
Οι Αρχές εκτιμούν ότι ο σμήναρχος πληρωνόταν ανάλογα με τη σημασία των πληροφοριών που παρέδιδε, με ποσά που μπορούσαν να φτάνουν έως και 5.000 ευρώ τον μήνα, μέσω λογαριασμών κρυπτονομισμάτων. Η δραστηριότητα αυτή φέρεται να διήρκεσε περίπου 18 μήνες.