Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχουν μπει για τα καλά στη ζωή μας, αλλά πλέον και στα δικαστήρια, με διάδικους να χρησιμοποιούν περιεχόμενο από αυτά για να στηρίξουν ισχυρισμούς τους. Μία ανάρτηση, μία φωτογραφία, ένα στιγμιότυπο συνομιλίας ή μηνύματα μεταξύ χρηστών μπορούν να βρεθούν στη δικαστική αίθουσα, όμως δεν γίνονται πάντα δεκτά.
Για να θεωρηθούν αποδεικτικά, τα στοιχεία πρέπει να είναι αυθεντικά, να έχουν ληφθεί νόμιμα, να μην προσκρούουν στο απόρρητο των επικοινωνιών και να μην παραβιάζουν προσωπικά δεδομένα. Αν το περιεχόμενο αποκτήθηκε μέσω hacking, κρυφής πρόσβασης ή υποκλοπής από τρίτο, απορρίπτεται αμέσως.
Συχνότερα τα social media αξιοποιούνται σε υποθέσεις οικογενειακού τύπου, όπως διατροφή, διαζύγια και επιμέλεια, για να αντικρούσουν ισχυρισμούς ή να αποδείξουν ακατάλληλη συμπεριφορά ή οικονομική κατάσταση. Όπως εξηγεί η δικηγόρος Γερασιμούλα Στάμου, σε μία υπόθεση διαζυγίου, «ο ενάγων, ο σύζυγος, ανέφερε ότι η σύζυγος δεν μπορούσε να διαχειριστεί σωστά τα οικονομικά». Ωστόσο η αντίθετη πλευρά «προσκόμισε φωτογραφία από το Facebook του συζύγου όπου έκανε διακοπές με την καινούργια σύντροφο, και τα δικαστήρια έκριναν ότι τελικά ο λόγος της λύσης του γάμου δεν ήταν ο λόγος μη ικανότητας οικονομικής διαχείρισης, αλλά το τρίτο πρόσωπο».
Παρόμοια, σε υποθέσεις νόμου Κατσέλη για υπερχρεωμένα νοικοκυριά, «πολλοί διάδικοι επικαλούνταν οικονομική ένδεια, αλλά τα “λαγωνικά” έβγαζαν στα δικαστήρια φωτογραφίες από ταξίδια, από πολυτελή οχήματα». Social media χρησιμοποιούνται και σε εργατικές διαφορές, π.χ. για ισχυρισμούς περί ασθένειας.
Το κριτήριο χρήσης είναι το κοινό στο οποίο απευθύνεται η ανάρτηση. Δημόσια αναρτημένα στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιηθούν πιο εύκολα, ενώ «κλειστά» περιεχόμενα υπόκεινται σε περιορισμούς προσωπικών δεδομένων.
Τα γραπτά μηνύματα μέσω εφαρμογών όπως WhatsApp, Messenger ή Viber αντιμετωπίζονται ως επιστολές και μπορούν να προσκομιστούν μόνο από ένα εκ των δύο συνομιλητών, με βάση την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας. Προσωπικά δεδομένα θίγονται μόνο αν υπάρχει υπέρτερο έννομο συμφέρον.
Μία ακόμα περίπτωση είναι η φοροδιαφυγή, όπου υλικό από social media χρησιμοποιείται για να εντοπιστούν κρυφά εισοδήματα ή αποκρυφθείσες δραστηριότητες, όπως αναφέρει η Στάμου. «Μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα μπορούν να γίνουν διάφορες διασταυρώσεις για να εντοπιστούν κρυφά εισοδήματα, αποκρυφθείσες δραστηριότητες», ειδικά για influencers που προβάλλουν προϊόντα για χορηγούς.
Η ΑΑΔΕ έχει δημιουργήσει ειδική ομάδα που αξιοποιεί εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για τον εντοπισμό ύποπτου περιεχομένου. «Φυσικά ελέγχεται η δημοσίευση φωτογραφιών, διάφορα ταξίδια που έχουν γίνει, διάφορες αναρτήσεις που έχουν γίνει, και από τις οποίες προκύπτει μία αναντιστοιχία στο εισόδημα που δηλώνεται επίσημα από τον φορολογούμενο και στην εικόνα που εμφανίζεται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης», σημειώνει η δικηγόρος.
Μέσω αυτών των μηχανισμών διασταυρώνονται τραπεζικοί λογαριασμοί, πληροφορίες από πλατφόρμες και ψηφιακά πορτοφόλια, δαπάνες για ταξίδια, leasing οχημάτων, προϊόντα πολυτελείας και αγορές που δεν ταιριάζουν με τα επίσημα δηλωθέντα έσοδα.