Η παγκόσμια κοινότητα παρακολουθεί με ανησυχία τη μαζική συγκέντρωση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων πέριξ του Ιράν, γεγονός που οδηγεί σε κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή. Παράλληλα, δορυφορικές εικόνες αποκαλύπτουν ότι το Ιράν ενισχύει την άμυνα ευαίσθητων στρατιωτικών εγκαταστάσεων και προετοιμάζεται εντατικά για ενδεχόμενο χτύπημα.
Σύμφωνα με αξιωματούχους της κυβέρνησης και του Πενταγώνου, η ταχεία ενίσχυση των αμερικανικών δυνάμεων έχει φτάσει σε επίπεδο που παρέχει στον πρόεδρο Τραμπ τη δυνατότητα να διατάξει στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν ακόμα και εντός του τρέχοντος Σαββατοκύριακου, φέρνοντας τον Λευκό Οίκο προ του διλήμματος της επιλογής ανάμεσα στη διπλωματία και τη στρατιωτική σύρραξη. Ο Τραμπ δεν έχει ακόμα καταστήσει σαφές ποια κατεύθυνση θα ακολουθήσει. Παρ’ όλα αυτά, η προσπάθεια συγκρότησης μιας στρατιωτικής δύναμης ικανής να πλήξει το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, τους βαλλιστικούς πυραύλους του και τις συνοδευτικές θέσεις εκτόξευσης συνεχίστηκε αυτή την εβδομάδα, παρά τις έμμεσες συνομιλίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης την Τρίτη, με το Ιράν να ζητά δύο εβδομάδες για να επανέλθει με συγκεκριμένες προτάσεις για μια διπλωματική λύση.
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα απαιτήσει από το Ιράν να εγκαταλείψει το πυρηνικό του πρόγραμμα, συμπεριλαμβανομένης της συμφωνίας να μην προχωρήσει σε περαιτέρω εμπλουτισμό ουρανίου. Την ίδια στιγμή, ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος θα μπορούσε να συμμετάσχει σε μια πιθανή επίθεση, πιέζει για δράση που θα περιορίσει την ικανότητα του Ιράν να εκτοξεύει πυραύλους εναντίον του Ισραήλ.
Οι ισραηλινές δυνάμεις, που βρίσκονται σε αυξημένη επιφυλακή εδώ και εβδομάδες, έχουν εντείνει την προετοιμασία τους για έναν ενδεχόμενο πόλεμο και η συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου ασφαλείας του Ισραήλ μεταφέρθηκε για την Κυριακή από την Πέμπτη, σύμφωνα με δύο Ισραηλινούς αξιωματούχους άμυνας. Πολλοί αξιωματούχοι της κυβέρνησης εκφράζουν αμφιβολίες για την πιθανότητα επίτευξης διπλωματικής συμφωνίας με την Τεχεράνη. Οι έμμεσες συνομιλίες της Τρίτης στη Γενεύη ολοκληρώθηκαν με αυτό που ο υπουργός Εξωτερικών του Ιράν περιέγραψε ως συμφωνία σε ένα «σύνολο κατευθυντήριων αρχών». Αμερικανοί αξιωματούχοι δήλωσαν ότι οι δύο πλευρές σημείωσαν πρόοδο, αλλά πρόσθεσαν ότι παραμένουν μεγάλες αποκλίσεις. Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα απειλήσει ότι το Ιράν πρέπει να συμμορφωθεί με τους όρους του ή να αντιμετωπίσει σοβαρές συνέπειες.
Ωστόσο, μια νέα επίθεση, οκτώ μήνες μετά από έναν 12ήμερο πόλεμο στον οποίο το Ισραήλ και οι ΗΠΑ έπληξαν στρατιωτικές και πυρηνικές εγκαταστάσεις σε όλο το Ιράν, θα μπορούσε ενδεχομένως να ενέχει σημαντικούς κινδύνους, με το Ιράν να απαντάει πιθανότατα με σφοδρό μπαράζ πυραυλικών επιθέσεων στο Ισραήλ και στις αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή. Για έναν πρόεδρο που εξελέγη υποσχόμενος να κρατήσει τις ΗΠΑ μακριά από πολέμους, ο Τραμπ εξετάζει τώρα την έβδομη αμερικανική στρατιωτική επίθεση σε άλλη χώρα τον τελευταίο χρόνο και τη δεύτερη εναντίον του Ιράν. Τον περασμένο Ιούνιο, αφού χτύπησε τρεις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, ο Τραμπ δήλωσε ότι το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν είχε «εξαλειφθεί». Αλλά τώρα εξετάζει το ενδεχόμενο να στείλει πίσω τον αμερικανικό στρατό για να συνεχίσει το έργο.
Σε αντίθεση όμως με την επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ τον περασμένο Ιούνιο, οι στόχοι του Τραμπ είναι τώρα λιγότερο σαφείς. Η στρατιωτική ανάπτυξη των ΗΠΑ περιλαμβάνει δεκάδες δεξαμενόπλοια ανεφοδιασμού, που έχουν σπεύσει στην περιοχή από την Κεντρική Διοίκηση των Ηνωμένων Πολιτειών, περισσότερα από 50 επιπλέον μαχητικά αεροσκάφη και δύο ομάδες κρούσης αεροπλανοφόρων, μαζί με τα συνοδευτικά αντιτορπιλικά, καταδρομικά και υποβρύχια, όπως ανέφεραν Αμερικανοί αξιωματούχοι. «Ο πρόεδρος ήταν πάντα πολύ σαφής, ωστόσο, σε σχέση με το Ιράν ή οποιαδήποτε χώρα στον κόσμο, η διπλωματία είναι πάντα η πρώτη του επιλογή και το Ιράν θα ήταν πολύ σοφό να κάνει μια συμφωνία με τον πρόεδρο Τραμπ και με αυτήν την κυβέρνηση», δήλωσε χθες η Καρολάιν Λίβιτ, γραμματέας Τύπου του Λευκού Οίκου. «Σκέφτεται πάντα τι είναι προς το συμφέρον των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, του στρατού μας, του αμερικανικού λαού, και έτσι λαμβάνει αποφάσεις όσον αφορά τη στρατιωτική δράση», πρόσθεσε.
Στο Ισραήλ, οι δύο αξιωματούχοι του υπουργείου Άμυνας δήλωσαν ότι βρίσκονται σε εξέλιξη σημαντικές προετοιμασίες για την πιθανότητα κοινής επίθεσης με τις Ηνωμένες Πολιτείες, παρόλο που δεν έχει ληφθεί απόφαση για το εάν θα πραγματοποιηθεί μια τέτοια επίθεση. Είπαν ότι ο σχεδιασμός προβλέπει την πραγματοποίηση ενός σοβαρού πλήγματος σε διάστημα αρκετών ημερών με στόχο να αναγκαστεί το Ιράν να κάνει παραχωρήσεις στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, τις οποίες μέχρι στιγμής δεν έχει θελήσει να κάνει. Η συσσώρευση αμερικανικών δυνάμεων υποδηλώνει μια σειρά πιθανών ιρανικών στόχων, συμπεριλαμβανομένων πυραύλων μικρού και μεσαίου βεληνεκούς, αποθηκών αποθήκευσης πυραύλων, πυρηνικών εγκαταστάσεων και άλλων στρατιωτικών στόχων, όπως το αρχηγείο του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν. Η τελική απόφαση για το εύρος των στόχων εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον Τραμπ, δήλωσαν Αμερικανοί αξιωματούχοι.
Παράλληλα, δορυφορικές εικόνες δείχνουν ότι το Ιράν κατασκεύασε πρόσφατα μια τσιμεντένια ασπίδα πάνω από μια νέα εγκατάσταση σε μια ευαίσθητη στρατιωτική τοποθεσία και την κάλυψε με χώμα, λένε ειδικοί, προχωρώντας τις εργασίες σε μια τοποθεσία που φέρεται να βομβαρδίστηκε από το Ισραήλ το 2024 εν μέσω εντάσεων με τις ΗΠΑ. Το Ιράν έχει σφραγίσει επίσης τις εισόδους στις σήραγγες μίας πυρηνικής εγκατάστασης που βομβαρδίστηκε από τις ΗΠΑ κατά τη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου του Ισραήλ με το Ιράν πέρυσι, έχει ενισχύσει τις εισόδους κοντά σε μια άλλη και έχει επισκευάσει βάσεις πυραύλων που επλήγησαν. Τη Δευτέρα, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν ξεκίνησε σειρά στρατιωτικών ασκήσεων στο Στενό του Ορμούζ, ανέφεραν κρατικά μέσα ενημέρωσης, ένα 24ωρο πριν από τις συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι πολεμικές ασκήσεις, η διάρκεια των οποίων δεν διευκρινίστηκε, στοχεύουν στην προετοιμασία των Φρουρών για «πιθανές απειλές για την ασφάλεια και στρατιωτικές απειλές» στο στενό, ανέφερε η κρατική τηλεόραση, μετά την ανάπτυξη μεγάλης ναυτικής δύναμης από τις Ηνωμένες Πολιτείες στην περιοχή.