Μια ιδιαίτερα σημαντική δικαστική εξέλιξη καταγράφεται με πρόσφατη απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο αναγνώρισε το δικαίωμα χήρας να λάβει σύνταξη λόγω θανάτου, παρότι δεν είχε συμπληρώσει την απαιτούμενη από τον νόμο τριετή έγγαμη συμβίωση με τον αποβιώσαντα σύζυγό της.
Όπως προκύπτει από την απόφαση που δημοσιοποίησε η ΕΝΥΠΕΚΚ, το Δικαστήριο έκρινε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις η σύνταξη μπορεί να απονεμηθεί ακόμη και χωρίς την πλήρη τριετία γάμου, εφόσον συνυπολογιστούν τα χρόνια ελεύθερης συμβίωσης που είχαν προηγηθεί.
Παράλληλα, το Πρωτοδικείο διευκρινίζει ότι η προϋπόθεση της ελάχιστης διάρκειας γάμου έχει τεθεί για την προστασία του ασφαλιστικού συστήματος, ώστε να αποτρέπονται καταχρηστικοί γάμοι που γίνονται αποκλειστικά με στόχο την απόκτηση σύνταξης. Χαρακτηριστικά επισημαίνεται πως «η προϋπόθεση της ελάχιστης διάρκειας του γάμου έχει θεσπισθεί για τη διασφάλιση του ασφαλιστικού κεφαλαίου των ασφαλιστικών φορέων…» ενώ υπογραμμίζεται ότι οι εξαιρέσεις από τον κανόνα είναι «στενά ερμηνευτέες».
Το Δικαστήριο προχωρά όμως σε συγκεκριμένη ερμηνεία, αναφέροντας ότι η συμπλήρωση της τριετίας μπορεί να καλυφθεί και από προγενέστερη ελεύθερη ένωση, υπό αυστηρές και σωρευτικές προϋποθέσεις.
Συγκεκριμένα, αναφέρεται πως «η προϋπόθεση της συμπλήρωσης τριετούς έγγαμης συμβίωσης κάμπτεται… αν συντρέχουν, σωρευτικά, οι εξής προϋποθέσεις:
α) η προηγηθείσα συμβίωση σε ελεύθερη ένωση είναι μακροχρόνια,
β) δεν ήταν δυνατή η τέλεση του γάμου εξαιτίας νομικού, αποκλειστικά, κωλύματος και
γ) ο γάμος τελέσθηκε μέσα σε εύλογο χρόνο από την εξάλειψη του κωλύματος αυτού».
Παράλληλα διευκρινίζεται ότι για να θεωρηθεί μακροχρόνια η συμβίωση πριν από τον γάμο, θα πρέπει να έχει διαρκέσει τουλάχιστον δύο έτη.
Αντίθετα, το Δικαστήριο ξεκαθαρίζει πως η εξαίρεση αυτή δεν εφαρμόζεται όταν η μη τέλεση γάμου οφειλόταν απλώς σε επιλογή του ζευγαριού. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, «η απαίτηση να έχει συμπληρωθεί η πιο πάνω ελάχιστη διάρκεια γάμου δεν κάμπτεται, αν η μη τέλεση γάμου αποτέλεσε προϊόν της ελεύθερης βούλησης του ζεύγους (…)», ακόμη και στην περίπτωση που υπήρξε παιδί κατά τη διάρκεια της συμβίωσης.