Μια επώνυμη καταγγελία αποτέλεσε το καθοριστικό στοιχείο που οδήγησε στην έρευνα για την υπόθεση του γκαλερίστα Γιώργου Τσαγκαράκη στο Κολωνάκι, σχετικά με τη διακίνηση πλαστών έργων τέχνης.
Όπως ανέφερε η εκπρόσωπος Τύπου της Ελληνική Αστυνομία, Κωνσταντία Δημογλίδου, η Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος έλαβε στα τέλη Φεβρουαρίου ανώνυμη ενημέρωση μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος, σύμφωνα με την οποία ο γκαλερίστας εμπλεκόταν σε αγοραπωλησίες πλαστών έργων.
Ακολούθησε δεύτερη σχετική αναφορά στις 6 Μαρτίου, ενώ μία ημέρα πριν από τη σύλληψη κατατέθηκε επώνυμη καταγγελία από Κύπριο βυζαντινολόγο, η οποία αφορούσε πώληση παλαιού αντικειμένου και συγκεκριμένα Ευαγγελίου του 1745. Η εξέλιξη αυτή αποτέλεσε την αφορμή για την αστυνομική επιχείρηση.
Σύμφωνα με τις αρχές, ο κατηγορούμενος οδηγήθηκε ενώπιον του ανακριτή μαζί με ακόμη ένα άτομο που φέρεται να χρησιμοποιήθηκε για την απόκρυψη του Ευαγγελίου, ενώ αναμένονται οι απολογίες τους.
Ο συνήγορος υπεράσπισης Κωνσταντίνος Γώγος υποστήριξε ότι τα έργα προέρχονται από οικογενειακή κληρονομιά και δημιουργήθηκαν πριν από περίπου τρεις δεκαετίες, τονίζοντας «Είναι κληρονομιά από τους γονείς του».
Σε σχετική ερώτηση του ιδιωτικού ερευνητή Γιώργος Τσούκαλης για το αν θα υπάρξει πιστοποίηση από ειδικό πραγματογνώμονα σχετικά με τον χρόνο δημιουργίας των έργων, ο δικηγόρος ανέφερε ότι αναμένεται πραγματογνωμοσύνη χωρίς να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες.
Σε βάρος του γκαλερίστα ασκήθηκε ποινική δίωξη για πέντε αδικήματα, εκ των οποίων τα τέσσερα σε βαθμό κακουργήματος, μεταξύ των οποίων υπεξαίρεση μνημείων μεγάλης αξίας, απάτη, διακίνηση πλαστών έργων τέχνης και νομιμοποίηση εσόδων από παράνομη δραστηριότητα.
Παράλληλα, δίωξη ασκήθηκε και σε υπάλληλό του για αποδοχή αρχαίου κινητού μνημείου μεγάλης αξίας, που φέρεται να αποτελεί προϊόν εγκληματικής ενέργειας. Οι κατηγορούμενοι ζήτησαν και έλαβαν προθεσμία ώστε να απολογηθούν την Τρίτη.