Σοβαρές αδυναμίες στο σύστημα πληρωμών του ΟΠΕΚΕΠΕ ήρθαν στο φως κατά τη διάρκεια της δίκης στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων, όπου κατηγορούνται 25 άτομα για παράνομη είσπραξη αγροτικών επιδοτήσεων την περίοδο 2016 έως 2018. Σύμφωνα με όσα αποκαλύφθηκαν, οι ελλιπείς έλεγχοι άφηναν μεγάλα περιθώρια για καταχρήσεις, επιτρέποντας σε ορισμένους να λαμβάνουν χρήματα χωρίς να πληρούν τις νόμιμες προϋποθέσεις.
Κατά τη διαδικασία παρουσιάστηκαν περιστατικά που αποτυπώνουν το μέγεθος των προβλημάτων. Μεταξύ άλλων, κατατέθηκαν ως δικαιολογητικά ακόμη και «λευκές σελίδες», χωρίς να πραγματοποιείται ουσιαστικός έλεγχος. Παράλληλα, σχετική εγκύκλιος δεν προέβλεπε την εξέταση μισθωτηρίων, ενώ από το 2015 δεν διενεργούνταν διασταυρωτικοί έλεγχοι, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να μην εντοπίζονται αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά και να δημιουργείται πρόσφορο έδαφος για απάτες.
Αρχικά στο εδώλιο επρόκειτο να καθίσουν 32 κατηγορούμενοι, οι οποίοι φέρονται να είχαν εισπράξει παράνομα επιδοτήσεις άνω των 250.000 ευρώ από τον Οργανισμό. Ωστόσο, σε προηγούμενη συνεδρίαση επτά από αυτούς επέστρεψαν συνολικά 165.000 ευρώ, παραδέχθηκαν την ενοχή τους και αξιοποίησαν τη διαδικασία της ποινικής διαπραγμάτευσης. Ως αποτέλεσμα καταδικάστηκαν σε μειωμένες ποινές φυλάκισης από δύο έτη και τρεις μήνες έως τρία έτη, με τριετή αναστολή. Για έναν από τους κατηγορουμένους αποφασίστηκε επίσης η δήμευση 20.000 ευρώ από τραπεζικούς λογαριασμούς του.
Η υπόθεση αφορά επιδοτήσεις που φέρεται να αποσπάστηκαν παράνομα από αγρότες κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα και ειδικότερα στην περιοχή των Σερρών, μέσω ψευδών δηλώσεων. Πρόκειται μάλιστα για την πρώτη έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σχετικά με το σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Στη δικογραφία αναφέρεται ότι η συνολική ζημιά ξεπερνά τις 250.000 ευρώ, ενώ οι κατηγορίες περιλαμβάνουν απάτη σε βάρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για επιχορηγήσεις άνω των 120.000 ευρώ, πλαστογραφία, ξέπλυμα βρώμικου χρήματος και ψευδή βεβαίωση.
Κατά τη συνεδρίαση της Πέμπτης κατέθεσαν οι πρώτοι μάρτυρες, ανάμεσά τους και η προϊσταμένη ελέγχων Βόρειας Ελλάδας του Οργανισμού. Η μάρτυρας απάντησε σε σειρά ερωτήσεων του προέδρου και της εισαγγελέα που είναι εντεταλμένη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Από την κατάθεσή της προέκυψε ότι ήδη από το 2014 υπήρχαν σοβαρές αδυναμίες στους μηχανισμούς ελέγχου, οι οποίες άφηναν περιθώρια για παράνομες ενέργειες και αδιαφανείς διαδικασίες στις πληρωμές. Όπως εξήγησε, δεν πραγματοποιούνταν διοικητικός έλεγχος στα μισθωτήρια των εκτάσεων που δήλωναν οι δικαιούχοι ή όσοι εμφανίζονταν ως τέτοιοι. Έτσι, εκτός από «προβληματικά» μισθωτήρια, κατατίθενταν ακόμη και «λευκές σελίδες» αντί για έγγραφα.
Η ίδια τόνισε επίσης ότι, επειδή δεν υπήρχε διασύνδεση με το Κτηματολόγιο, δεν μπορούσε να γίνει ουσιαστική διασταύρωση των στοιχείων για τις εκτάσεις και τους πραγματικούς ιδιοκτήτες τους. Επιπλέον επισήμανε ότι μετά το 2015 είχαν διακοπεί οι διασταυρωτικοί έλεγχοι, γεγονός που καθιστούσε αδύνατη την είσπραξη των ποσών που είχαν καταβληθεί αχρεωστήτως.
Όπως ανέφερε, ακόμη και σήμερα η επιστροφή αυτών των χρημάτων δεν μπορεί να γίνει άμεσα, καθώς πρέπει πρώτα να πραγματοποιηθεί έλεγχος για κάθε οικονομικό έτος ώστε να γίνει ο σχετικός καταλογισμός και να δοθεί στους εμπλεκόμενους το δικαίωμα υποβολής ένστασης.
Η μάρτυρας ανέδειξε επίσης τον σημαντικό ρόλο που είχαν στη διαδικασία δήλωσης αγροτεμαχίων και βοσκοτόπων τα Κέντρα Υποδοχής Δηλώσεων, τα οποία συνέβαλαν στον εντοπισμό των εκτάσεων που δηλώνονταν για επιδότηση.
Σημειώνεται ότι ενώπιον του δικαστηρίου είχαν παραπεμφθεί αρχικά 32 κατηγορούμενοι. Μετά την αποδοχή της ποινικής διαπραγμάτευσης για επτά από αυτούς και την επιβολή ποινών από δύο έως τρία έτη, η δικογραφία ως προς αυτούς διαχωρίστηκε. Η εκδίκαση της υπόθεσης για τους υπόλοιπους κατηγορούμενους θα συνεχιστεί στις 31 Μαρτίου.