Το πρόσφατο συγκλονιστικό ατύχημα στη λεωφόρο Συγγρού, μπροστά από τον τηλεοπτικό σταθμό Mega, με τον αναβάτη της μοτοσυκλέτας να νοσηλεύεται διασωληνωμένος σε κρίσιμη κατάσταση, επαναφέρει με δραματικό τρόπο ένα ερώτημα που εδώ και καιρό αιωρείται: ποιος ελέγχει πραγματικά έναν από τους πιο κεντρικούς και επικίνδυνους οδικούς άξονες της Αττικής;
Η εικόνα στη Συγγρού είναι καθημερινά η ίδια. Οχήματα παρκαρισμένα πάνω στις δεξιές λωρίδες, πάνω σε λωρίδες επιτάχυνσης και επιβράδυνσης, σε σημεία όπου η στάση και η στάθμευση απαγορεύονται ρητά. Δεν μιλάμε για μια απλή τροχαία παράβαση χαμηλής επικινδυνότητας. Μιλάμε για έναν δρόμο ταχείας κυκλοφορίας, όπου οι ταχύτητες είναι υψηλές και τα περιθώρια αντίδρασης ελάχιστα.
![]()
Όταν ένα αυτοκίνητο είναι σταθμευμένο σε λωρίδα κυκλοφορίας, ο οδηγός που κινείται κανονικά καλείται ξαφνικά να αλλάξει πορεία, να φρενάρει απότομα ή να ελιχθεί. Για έναν μοτοσυκλετιστή, αυτό μπορεί να σημαίνει πτώση. Για έναν οδηγό που επιχειρεί να εισέλθει ή να εξέλθει από τη λεωφόρο, μπορεί να σημαίνει σύγκρουση. Αυτές δεν είναι θεωρητικές υποθέσεις. Είναι καθημερινές συνθήκες υψηλού κινδύνου.
Την ίδια στιγμή, στη Συγγρού έχουν τοποθετηθεί κάμερες με τεχνητή νοημοσύνη που καταγράφουν παραβάσεις όπως υπέρβαση ορίου ταχύτητας, χρήση κινητού τηλεφώνου, μη χρήση ζώνης και κράνους. Δηλαδή, η τεχνολογία εφαρμόζεται. Ο έλεγχος υπάρχει, τουλάχιστον ψηφιακά.
Πώς, λοιπόν, εξηγείται η πλήρης ανοχή στην παράνομη στάση και στάθμευση σε όλο το μήκος του δρόμου;
![]()
Η υπερβολική ανοχή και η ατιμωρησία συνιστούν, στην πράξη, παράβαση καθήκοντος. Ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας δεν εφαρμόζεται επιλεκτικά. Δεν μπορεί να εξαντλείται η αυστηρότητα σε κάμερες και πρόστιμα ταχύτητας και να υπάρχει αδιαφορία μπροστά σε σταθμευμένα οχήματα που μετατρέπουν έναν βασικό οδικό άξονα σε παγίδα θανάτου.
Η παράνομη στάθμευση στη Συγγρού δεν «δυσκολεύει» απλώς την κυκλοφορία. Δημιουργεί αιτία πρόκλησης τροχαίου δυστυχήματος. Είναι εμπόδιο σε δρόμο ταχείας ροής. Είναι παράγοντας αιφνιδιασμού. Είναι μεταβλητή που αυξάνει δραματικά την πιθανότητα σύγκρουσης.
Σε άλλους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας, όπως η Ιπποκράτους ή η Χαριλάου Τρικούπη, η εικόνα της παράνομης στάθμευσης έχει σχεδόν κανονικοποιηθεί. Οχήματα παρκαρισμένα ακόμη και σε λεωφορειολωρίδες, με τον νόμο να εφαρμόζεται αποσπασματικά. Είναι μια παθογένεια που, δυστυχώς, έχουμε συνηθίσει.
Όμως η Συγγρού δεν είναι ένας απλός αστικός δρόμος. Είναι λεωφόρος ταχείας κυκλοφορίας. Εκεί, το κόστος της ανοχής δεν είναι ένα διοικητικό πρόστιμο που δεν κόπηκε. Είναι ανθρώπινες ζωές.
Μετά το πρόσφατο ατύχημα, η πολιτεία και η τροχαία οφείλουν να απαντήσουν ξεκάθαρα: θα συνεχιστεί η επιλεκτική εφαρμογή του νόμου ή θα υπάρξει συστηματικός έλεγχος και μηδενική ανοχή σε πρακτικές που μετατρέπουν τον δρόμο σε ναρκοπέδιο;
Η οδική ασφάλεια δεν διασφαλίζεται με ανακοινώσεις και τεχνολογικά συστήματα μόνο. Διασφαλίζεται με φυσική παρουσία, ελέγχους, κλήσεις και απομάκρυνση οχημάτων που παρανομούν.
Στη Συγγρού, η αδιαφορία δεν είναι απλώς διοικητικό κενό. Είναι ζήτημα ευθύνης. Και όταν η ευθύνη δεν ασκείται, το τίμημα το πληρώνουν οι χρήστες του οδικού δικτύου.