Μείωση τόσο στον αριθμό όσο και στην εμβέλεια των πυραύλων που εκτοξεύουν οι εμπλεκόμενες πλευρές παρατηρείται τις τελευταίες ημέρες στη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, καθώς ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν προσπαθούν να διαφυλάξουν τα στρατιωτικά τους αποθέματα. Η διάρκεια των επιχειρήσεων εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει αρκετές εβδομάδες και έτσι το πλεονέκτημα ενδέχεται να το αποκτήσει όποια πλευρά καταφέρει να διατηρήσει επαρκή πρόσβαση σε όπλα και πυρομαχικά.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ υποστηρίζει ότι η χώρα του διαθέτει «σχεδόν απεριόριστες προμήθειες» σε βασικά οπλικά συστήματα. Από την πλευρά του, το υπουργείο Άμυνας του Ιράν διαμηνύει ότι έχει «την ικανότητα να αντισταθεί στον εχθρό» για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από αυτό που υπολόγιζε η Ουάσιγκτον.
Παρότι τα αποθέματα όπλων δεν αποτελούν τον μοναδικό παράγοντα που θα καθορίσει την έκβαση της σύγκρουσης, παραμένουν ιδιαίτερα σημαντικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ουκρανία, η οποία παρότι υστερεί στρατιωτικά έναντι της Ρωσίας, εξακολουθεί να δίνει σκληρές μάχες.
Από την αρχή της σύρραξης ο ρυθμός των επιχειρήσεων ήταν ιδιαίτερα υψηλός, γεγονός που σημαίνει ότι οι εμπλεκόμενες πλευρές μπορεί να εξαντλήσουν τα οπλικά τους αποθέματα πριν προλάβουν να αναπληρώσουν τις απώλειες με νέα παραγωγή.
Το Ινστιτούτο Μελετών Εθνικής Ασφάλειας στο Τελ Αβίβ εκτιμά ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν πραγματοποιήσει ήδη περισσότερα από 2.000 πλήγματα, τα οποία απαιτούν μεγάλη κατανάλωση πυρομαχικών. Παράλληλα, σύμφωνα με το ίδιο ινστιτούτο, το Ιράν έχει εκτοξεύσει 571 πυραύλους και 1.391 drones, με αρκετά από αυτά να αναχαιτίζονται. Καθώς ο πόλεμος παρατείνεται, η διατήρηση αυτού του έντονου ρυθμού επιχειρήσεων γίνεται όλο και δυσκολότερη.
Η μείωση των επιθέσεων του Ιράν
Δυτικοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι έχει ήδη παρατηρηθεί αισθητή πτώση στον αριθμό των πυραύλων που εκτοξεύει η Τεχεράνη. Την πρώτη ημέρα των συγκρούσεων το Ιράν εκτόξευσε εκατοντάδες πυραύλους, ενώ πλέον οι επιθέσεις περιορίζονται σε δεκάδες.
Πριν από την έναρξη του πολέμου εκτιμάται ότι διέθετε περισσότερους από 2.000 βαλλιστικούς πυραύλους μικρού βεληνεκούς, αν και κανένας στρατός δεν δημοσιοποιεί τα ακριβή στοιχεία των αποθεμάτων του.
Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου των ΗΠΑ, στρατηγός Νταν Κέιν, ανέφερε ότι οι εκτοξεύσεις βαλλιστικών πυραύλων από το Ιράν έχουν μειωθεί κατά 86% σε σχέση με την πρώτη ημέρα των συγκρούσεων. Το Κεντρικό Στρατηγείο των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή σημειώνει επίσης ότι μόνο το τελευταίο 24ωρο καταγράφηκε πτώση της τάξης του 23%.
Παρόμοια εικόνα παρουσιάζουν και οι επιθέσεις με drones. Ο Νταν Κέιν δήλωσε ότι οι εκτοξεύσεις ιρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών έχουν μειωθεί κατά 73% από την έναρξη του πολέμου, γεγονός που δείχνει ότι η Τεχεράνη δυσκολεύεται να διατηρήσει τον αρχικό ρυθμό επιθέσεων.
Δεν αποκλείεται ωστόσο η μείωση αυτή να αποτελεί συνειδητή επιλογή ώστε να διατηρηθούν τα διαθέσιμα αποθέματα, καθώς σε περίοδο πολέμου η συνέχιση της παραγωγής στρατιωτικού υλικού γίνεται ολοένα πιο δύσκολη.
Η αεροπορική υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ
Στο μεταξύ, τα αμερικανικά και ισραηλινά αεροσκάφη έχουν αποκτήσει σαφές πλεονέκτημα στον αέρα, καθώς μεγάλο μέρος των συστημάτων αεράμυνας του Ιράν έχει καταστραφεί και η χώρα δεν διαθέτει πλέον αξιόπιστη αεροπορική δύναμη.
Σύμφωνα με το CENTCOM, η επόμενη φάση των επιχειρήσεων θα επικεντρωθεί στην καταστροφή εκτοξευτών πυραύλων και drones, στην εξουδετέρωση αποθηκών όπλων και στην καταστροφή εγκαταστάσεων παραγωγής στρατιωτικού υλικού.
Ωστόσο, η πλήρης εξουδετέρωση των αποθεμάτων του Ιράν θεωρείται ιδιαίτερα δύσκολη. Η χώρα έχει έκταση τριπλάσια από αυτή της Γαλλίας και μεγάλο μέρος του οπλοστασίου της φυλάσσεται σε υπόγειες εγκαταστάσεις και στις λεγόμενες «πόλεις των πυραύλων».
Ανησυχία και στις ΗΠΑ για την παραγωγή όπλων
Παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη παγκοσμίως και διαθέτουν μεγαλύτερα αποθέματα συμβατικών όπλων από οποιαδήποτε άλλη χώρα, ο αμερικανικός στρατός βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ακριβά οπλικά συστήματα ακριβείας που παράγονται σε περιορισμένες ποσότητες.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Ντόναλντ Τραμπ κάλεσε αυτή την εβδομάδα μεγάλες εταιρείες της αμυντικής βιομηχανίας προκειμένου να επιταχύνουν την παραγωγή, μια κίνηση που δείχνει ότι υπάρχει ανησυχία ακόμη και για τα αμερικανικά αποθέματα.
Ο στρατηγός Νταν Κέιν αποκάλυψε επίσης ότι οι ΗΠΑ έχουν περιορίσει τη χρήση «όπλων απομακρυσμένης δράσης», όπως οι πύραυλοι κρουζ Τόμαχοκ. Αντί αυτών, χρησιμοποιούνται πλέον φθηνότερα όπλα για κοντινούς στόχους, όπως οι βόμβες JDAM που μπορούν να ρίχνονται απευθείας πάνω από τον στόχο.
Ο Μαρκ Κάνκιαν, πρώην συνταγματάρχης των Αμερικανών Πεζοναυτών και αναλυτής στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών στην Ουάσιγκτον, επισημαίνει ότι μετά την αρχική φάση των επιθέσεων από μεγάλη απόσταση, οι ΗΠΑ «μπορούν τώρα να χρησιμοποιήσουν λιγότερο ακριβούς πυραύλους και βόμβες».
Κατά τον ίδιο, οι αμερικανικές δυνάμεις θα μπορούσαν να διατηρήσουν αυτό το επίπεδο επιχειρήσεων «σχεδόν επ’ αόριστον». Όσο όμως ο πόλεμος συνεχίζεται, η λίστα των στόχων μειώνεται, γεγονός που οδηγεί φυσιολογικά σε επιβράδυνση του ρυθμού των επιθέσεων.
Το πρόβλημα της αεράμυνας
Ένα από τα μεγαλύτερα ζητήματα για τις ΗΠΑ αφορά τα συστήματα αεροπορικής άμυνας. Παρότι διαθέτουν δεκάδες χιλιάδες βόμβες JDAM, οι ακριβοί πύραυλοι αναχαίτισης είναι πολύ πιο περιορισμένοι.
Οι πύραυλοι Patriot, για παράδειγμα, έχουν μεγάλη ζήτηση όχι μόνο από τις Ηνωμένες Πολιτείες αλλά και από συμμάχους τους στη Μέση Ανατολή καθώς και από την Ουκρανία. Κάθε πύραυλος κοστίζει πάνω από τέσσερα εκατομμύρια δολάρια και οι ΗΠΑ παράγουν περίπου 700 τον χρόνο.
Ο Μαρκ Κάνκιαν εκτιμά ότι τα αμερικανικά αποθέματα ενδέχεται να φτάνουν περίπου τους 1.600 πυραύλους Patriot, ποσότητα που μπορεί να εξαντληθεί σχετικά γρήγορα εάν το Ιράν συνεχίσει να εκτοξεύει βαλλιστικούς πυραύλους.
Παρότι οι ΗΠΑ μπορούν να συνεχίσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τις επιθέσεις από αεροσκάφη εναντίον χερσαίων στόχων, ο πόλεμος στον τομέα της αεράμυνας θεωρείται πιο αβέβαιος.
«Αν ο πρόεδρος Τραμπ είναι διατεθειμένος να μειώσει τον αριθμό των Patriot, τότε πιστεύω ότι μπορούμε να αντέξουμε περισσότερο από τους Ιρανούς αλλά αυτό θα έχει ως κόστος τον κίνδυνο μιας πιθανής σύγκρουσης στον Ειρηνικό», σημειώνει ο ειδικός.
Παρά τις ανησυχίες, ο υπουργός Άμυνας των ΗΠΑ Πιτ Χέγκσεθ εμφανίζεται βέβαιος για την έκβαση της αναμέτρησης, δηλώνοντας ότι «το Ιράν δεν μπορεί να μας ξεπεράσει».