Παρότι η ανακοίνωση εκεχειρίας ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν οδήγησε σε υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου, η ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας δεν αναμένεται να δει άμεσα ουσιαστική αποκλιμάκωση. Οι επιπτώσεις της σύγκρουσης εκτιμάται ότι θα συνεχίσουν να επηρεάζουν την προσφορά και το κόστος για μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμη κι αν υπάρξει μόνιμη ειρηνευτική συμφωνία.
Η Ευρώπη δεν εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ, ωστόσο η παγκόσμια αγορά ενέργειας λειτουργεί αλληλένδετα. Οι διαταραχές στην παραγωγή και στη διακίνηση πετρελαίου και φυσικού αερίου επηρεάζουν τις διεθνείς τιμές, οι οποίες τελικά μεταφέρονται και στους Ευρωπαίους καταναλωτές.
Το 2025 περίπου 15 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου την ημέρα πέρασαν από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό, όμως μόνο ένα μικρό ποσοστό κατευθύνθηκε προς την Ευρώπη. Παρ’ όλα αυτά, η ένταση στην περιοχή προκάλεσε σημαντική αύξηση των τιμών, με το πετρέλαιο να ανεβαίνει από περίπου 72 έως 73 δολάρια το βαρέλι πριν από τον πόλεμο σε σχεδόν 120 δολάρια στο υψηλότερο σημείο. Μετά την εκεχειρία, οι τιμές μειώθηκαν, αλλά παραμένουν αισθητά υψηλότερες από τα προηγούμενα επίπεδα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εισάγει το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου που καταναλώνει, περίπου 80 έως 85%, από διάφορες χώρες, γεγονός που την καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτη σε διεθνείς αναταράξεις. Οι τιμές του φυσικού αερίου επίσης αυξήθηκαν σημαντικά από την έναρξη της σύγκρουσης, επηρεάζοντας τόσο το κόστος θέρμανσης όσο και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς το φυσικό αέριο αποτελεί βασική πηγή για την παραγωγή ρεύματος σε πολλές χώρες.
Σε αρκετές περιπτώσεις, η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας καθορίζεται από την ακριβότερη διαθέσιμη πηγή, που συχνά είναι το φυσικό αέριο. Έτσι, όταν αυξάνεται η τιμή του, επηρεάζονται άμεσα οι λογαριασμοί των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων. Οι κρατικές επιδοτήσεις και τα συμβόλαια σταθερής τιμής μπορούν να περιορίσουν προσωρινά τις αυξήσεις, αλλά δεν αποτελούν μόνιμη λύση.
Η άνοδος του κόστους δεν οφείλεται μόνο στη μειωμένη προσφορά. Σημαντικό ρόλο παίζει και η αβεβαιότητα που δημιουργεί η σύγκρουση. Οι αγορές ενσωματώνουν αυξημένο «ασφάλιστρο κινδύνου», καθώς οι επενδυτές λαμβάνουν υπόψη πιθανές νέες διαταραχές στις ενεργειακές ροές και στις υποδομές παραγωγής.
Παράλληλα, αυξήθηκαν σημαντικά τα ναύλα των δεξαμενόπλοιων και τα ασφάλιστρα για τη μεταφορά πετρελαίου, ανεβάζοντας το συνολικό κόστος μεταφοράς. Ο δείκτης Baltic Dirty Tanker Index σημείωσε μεγάλη άνοδο τον Μάρτιο, αποτυπώνοντας την ένταση που επικρατεί στη διεθνή αγορά μεταφορών ενέργειας.
Οι ζημιές σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στον Κόλπο επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Περισσότερες από 40 υποδομές έχουν υποστεί σοβαρές καταστροφές και η αποκατάστασή τους μπορεί να απαιτήσει πολλούς μήνες ή ακόμη και χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι η προσφορά ενδέχεται να παραμείνει περιορισμένη για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και το υγροποιημένο φυσικό αέριο, καθώς περίπου το 40% των ευρωπαϊκών αναγκών καλύπτεται από LNG. Η Ευρώπη εισάγει σημαντικές ποσότητες από χώρες του Κόλπου, ενώ παράλληλα ανταγωνίζεται την Ασία για την εξασφάλιση φορτίων. Όταν η παγκόσμια προσφορά μειώνεται, οι τιμές αυξάνονται για όλους τους αγοραστές.
Ακόμη και σε περίπτωση οριστικής ειρήνης, η επιστροφή στα επίπεδα τιμών πριν από τον πόλεμο δεν θεωρείται άμεση. Η αναπλήρωση των αποθεμάτων, η αποκατάσταση των ζημιών στις υποδομές και η σταθεροποίηση της αγοράς απαιτούν χρόνο. Παράλληλα, οι συναλλαγματικές ισοτιμίες επηρεάζουν το τελικό κόστος, καθώς το πετρέλαιο τιμολογείται σε δολάρια και ένα ασθενέστερο ευρώ οδηγεί σε υψηλότερες τιμές για τους Ευρωπαίους καταναλωτές.
Συνολικά, ακόμη κι αν επιτευχθεί συμφωνία που θα μειώσει την ένταση, η αγορά ενέργειας θα συνεχίσει να λειτουργεί υπό πίεση. Η περιορισμένη προσφορά, τα αυξημένα κόστη μεταφοράς και η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα δημιουργούν συνθήκες που διατηρούν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα, επηρεάζοντας τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τα νοικοκυριά σε ολόκληρη την Ευρώπη.