Συγκλονιστικά είναι τα όσα περιέγραψε η μητέρα της 19χρονης Μυρτώς για τις συνθήκες που οδήγησαν στον θάνατο της κόρης της στην Κεφαλονιά, καταθέτοντας τη δική της εκδοχή για τα γεγονότα εκείνης της νύχτας.
Όπως ανέφερε, η κόρη της ήταν ένα ήσυχο παιδί, με περιορισμένη κοινωνική ζωή και έντονη σύνδεση με την οικογένεια και την εκκλησία. «Η Μυρτούλα μου ήταν ένα παιδί ταπεινό, ευγενικό, ένα παιδί της εκκλησίας, φιλόζωη, παιδί του σπιτιού, δεν έβγαινε ιδιαίτερα έξω, μόνο το σκυλάκι της έβγαζε βόλτα καθημερινά, δεν έπινε», είπε χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενη στο μοιραίο βράδυ της 14ης Απριλίου 2026, εξέφρασε την πεποίθηση ότι πίσω από την υπόθεση κρύβεται απόπειρα εκμετάλλευσης της κόρης της. «Εκείνο το βράδυ στις 14-04-2026 πιστεύω ότι ήθελαν να την εκμεταλλευτούν σεξουαλικά, να τη βιντεοσκοπήσουν για να την εκβιάζουν», τόνισε.
Η ίδια περιέγραψε και τη στιγμή που ενημερώθηκε για το περιστατικό, όταν δέχθηκε τηλεφώνημα από νοσοκομείο χωρίς να της δοθούν λεπτομέρειες. «Εκείνη την ώρα μου τηλεφώνησε η κυρία… Μου είπε με αυστηρό ύφος ότι δεν μπορεί να μου πει από το τηλέφωνο τον λόγο του τηλεφωνήματος και να πάω από το νοσοκομείο να μου πει από κοντά. Είδα παγωμένα βλέμματα και σαν να με λυπόντουσαν και κατάλαβα ότι κάτι έχει συμβεί στο παιδί μου. Αλλά δεν φαντάστηκα ότι έχει φύγει από τη ζωή».
Σημαντική είναι και η αναφορά της σε πρόσωπο με το οποίο η 19χρονη φέρεται να είχε επικοινωνία το τελευταίο διάστημα. «Τον τελευταίο μήνα πέτυχα δύο φορές τη Μυρτώ στο σπίτι που μιλούσε με βιντεοκλήση μαζί του. Μπήκα στο δωμάτιό της να δω με ποιον μιλάει και τον είδα. Φορούσε κουκούλα, μου έκαναν εντύπωση τα χείλη του και τα μάτια του που ήταν βαμμένα και μου εξήγησε η Μυρτώ ότι είναι αγόρι και ντύνεται γυναίκα, δεν έδωσα σημασία, είχα απεριόριστη εμπιστοσύνη στη Μυρτώ, δεν είχαμε μυστικά μεταξύ μας».
Η μητέρα περιέγραψε και τις δραματικές στιγμές στο νοσοκομείο, όταν αντιλήφθηκε την απώλεια. «Πριν μου πουν οτιδήποτε, μου έδωσαν ηρεμιστικά χάπια και θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι είπα στον γιατρό να κάνουν κάτι για να σώσουν το παιδί μου. Να πάρουν τη δική μου καρδιά να τη δώσουν σε εκείνη. Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι έτρεξα αμέσως στο παιδί μου. Θυμάμαι τα παγωμένα βλέμματα των γιατρών και ότι μου είπαν “δυστυχώς”, αλλά εγώ δεν ήθελα να πιστέψω ότι το παιδί μου είχε φύγει από τη ζωή».
Η υπόθεση παραμένει υπό διερεύνηση, με τις Αρχές να εξετάζουν όλα τα ενδεχόμενα γύρω από τις συνθήκες του θανάτου της 19χρονης.