Δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος τον περσινό Ιανουάριο, όταν ο Ντόναλντ Τραμπ ορκιζόταν πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών για δεύτερη φορά, πως η σχέση του με τη Τζόρτζια Μελόνι (προσωπική και πολιτική) θα βρισκόταν σήμερα στο σημείο «μηδέν». Η Ιταλίδα πρωθυπουργός ήταν τότε η μοναδική Ευρωπαία ηγέτιδα που προσκλήθηκε να παραστεί στη σπουδαία στιγμή του Ρεπουμπλικανού επιχειρηματία, γεγονός που προμήνυε την έναρξη μιας «χρυσής εποχής» στις σχέσεις μεταξύ Ουάσινγκτον και Ρώμης.
Έναν χρόνο και έξι μήνες αργότερα, οι προσωπικές τους σχέσεις φαίνεται να έχουν διαλυθεί, το νήμα που τους συνέδεε έχει κοπεί, αφήνοντας, σύμφωνα με αναλυτές, τη Μελόνι εκτεθειμένη στη διεθνή σκηνή και τη στρατηγική της στην εξωτερική πολιτική – την οποία είχε βασίσει σε μεγάλο βαθμό σε αυτή την επαφή με τον Τραμπ – σοβαρά υπονομευμένη.
Οι εντάσεις μεταξύ των δύο δεξιών ηγετών ήρθαν στην επιφάνεια με την έναρξη του πολέμου που ξεκίνησαν ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου, ο οποίος έπληξε την ευρωπαϊκή οικονομία και αναζωπύρωσε τα έντονα αντιπολεμικά αισθήματα στην Ιταλία.
Βίντεο και φωτογραφίες από τη σύνοδο κορυφής των ηγετών της G7 στη Γαλλία αυτή την εβδομάδα έδειχναν ότι οι δύο πλευρές ίσως είχαν επιλύσει τις διαφορές τους. Ωστόσο, αυτή η ελπίδα διαψεύστηκε με τραχύ τρόπο την Παρασκευή, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε σε ιταλικό τηλεοπτικό δίκτυο ότι η Μελόνι τον είχε «παρακαλέσει» να βγάλει φωτογραφία μαζί της. Η Μελόνι απάντησε άμεσα, λέγοντας ότι ο Τραμπ είχε επινοήσει την ιστορία. Προχωρώντας ακόμη περισσότερο, τον κατηγόρησε ότι δείχνει πολύ μεγαλύτερο σεβασμό προς τους εχθρούς της Δύσης απ’ ό,τι προς παλιούς φίλους και συμμάχους. «Υπάρχει ένα πράγμα που πρέπει να θυμάται: ούτε εγώ ούτε η Ιταλία παρακαλάμε ποτέ», δήλωσε.
Ο Ρεπουμπλικανός δεν άφησε το «φαρμάκι» της «φίλης» του να πέσει κάτω και επανήλθε, δηλώνοντας στο δίκτυο NBC πως «κάποτε ήταν μεγάλη θαυμάστριά μου. Αλλά δεν θέλω να είναι θαυμάστριά μου, γιατί δεν στάθηκε στο πλευρό μας όσον αφορά το ΝΑΤΟ και όλα όσα σχετίζονται με τα Στενά (του Ορμούζ)». Και ακριβώς αυτή η τελευταία φράση του Τραμπ φανερώνει, κατά τα φαινόμενα, τον βασικό λόγο που έχει «στραβώσει» με την Ιταλίδα πρωθυπουργό: την άρνησή της να του προσφέρει βοήθειες στον πόλεμο με την Τεχεράνη.
Η κολακεία και η φιλία γύρισαν μπούμερανγκ
Η δυναμική απάντηση της Μελόνι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χαιρετίστηκε από τα περισσότερα κόμματα του πολιτικού φάσματος στην Ιταλία, τα οποία θεώρησαν τα σχόλια του Τραμπ προσβολή προς τη χώρα. Ωστόσο, αναλυτές υποστήριξαν ότι η χώρα αναμένει πλέον από τη Μελόνι να υιοθετήσει μια πιο σταθερή στάση απέναντι στην Ουάσιγκτον και να εγκαταλείψει τις προηγούμενες προσπάθειές της για προσέγγιση με έναν απρόβλεπτο πρόεδρο, ο οποίος έχει ανατρέψει τους παραδοσιακούς κανόνες της διπλωματικής ευγένειας.
«Η Μελόνι δεν μπορεί να αλλάζει συνεχώς στάση ανάλογα με τις δυσάρεστες δηλώσεις του Τραμπ. Πρέπει να αποφασίσει αν θα υιοθετήσει μια λιγότερο συμβιβαστική στάση ή, όπως άλλες χώρες, όπως ο Καναδάς, μια πιο αποφασιστική προσέγγιση», τόνισε στο Reuters ο πολιτικός αναλυτής του Πανεπιστημίου της Μπολόνια, Πιέρο Ιγκνάτσι.
Οι ηγέτες της αντιπολίτευσης έσπευσαν να επισημάνουν ότι η πρωτοφανής αυτή ρήξη αποκάλυψε την αποτυχία της αρχικής στρατηγικής της Μελόνι, η οποία βασιζόταν στην κολακεία και τη φιλία με τον Αμερικανό πρόεδρο. «Το καταλάβατε επιτέλους ότι η συμμαχία με αυτούς τους ανθρώπους σημαίνει να στρέφεσαι εναντίον της Ιταλίας; Αρκετά με τα καπέλα MAGA και αρκετά με το χτίσιμο γεφυρών με τον Τραμπ», δήλωσε στο διεθνές πρακτορείο ενημέρωσης ο πρώην πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι, επικεφαλής του Italia Viva, ενός κεντρώου κόμματος της αντιπολίτευσης.
Ο πόλεμος με το Ιράν έφερε τη Μελόνι σε αδιέξοδο
Η εκλογική νίκη του Τραμπ το 2024 φάνηκε αρχικά να ανοίγει τον δρόμο για τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης σχέσης με έναν πολιτικό σύμμαχο που μοιραζόταν παρόμοιο ιδεολογικό όραμα, επιτρέποντας στη Μελόνι να λειτουργήσει ως «γέφυρα» μεταξύ της Ουάσιγκτον και μιας – σε μεγάλο βαθμό – επιφυλακτικής απέναντι στην Ουάσινγκτον Ευρώπης.
Ο Τραμπ αρχικά την επαινούσε συχνά, χαρακτηρίζοντάς την κατά καιρούς το 2024 και το 2025 ως «φανταστική ηγέτιδα και άνθρωπο», «όμορφη νεαρή γυναίκα», «πολύ επιτυχημένη πολιτικό» και «έμπνευση για όλους».
Όταν ο Αμερικανός πρόεδρος επέβαλε εκτεταμένους δασμούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Μελόνι ξεχώρισε διατηρώντας ήπιο τόνο απέναντί του, υποστηρίζοντας ότι ήταν σημαντικότερο να παραμείνει ενωμένο το δυτικό στρατόπεδο απέναντι στους κοινούς αντιπάλους. Παράλληλα, απέφυγε κάθε δημόσια κριτική προς το πρόσωπό του, ακόμη και όταν άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες εξέφραζαν ανησυχία για την απροθυμία του να στηρίξει πιο ενεργά την Ουκρανία στον πόλεμό της με τη Ρωσία, τις προθέσεις που είχε αποκαλύψει για τη Γροιλανδία και για τη διστακτικότητά του να πιέσει το Ισραήλ να τερματίσει τη σύγκρουση στη Γάζα.
Το «προπατορικό αμάρτημα»
Ωστόσο, ο πόλεμος στο Ιράν έφερε τη Μελόνι σε δύσκολη θέση και η κατάσταση επιδεινώθηκε απότομα τον Απρίλιο, όταν ο Τραμπ επιτέθηκε φραστικά στον Πάπα Λέοντα εξαιτίας της κριτικής του τελευταίου για την αιματοχυσία στη Μέση Ανατολή. Η Μελόνι έσπευσε να υπερασπιστεί τον ποντίφικα, προκαλώντας την άμεση αντίδραση του Τραμπ, που την κατηγόρησε ότι στερείται θάρρους.
Παράλληλα, η Ιταλίδα πρωθυπουργός αρνήθηκε να επιτρέψει τη χρήση αεροπορικής βάσης στη Σικελία από αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη που μετέφεραν όπλα για τον πόλεμο στο Ιράν, υποστηρίζοντας ότι οι Αμερικανοί δεν είχαν ακολουθήσει τις προβλεπόμενες διαδικασίες. «Αυτό ήταν το προπατορικό αμάρτημα στα μάτια του Τραμπ», δήλωσε στο Reuters ο Φραντσέσκο Γκαλιέτι της εταιρείας πολιτικού ρίσκου Policy Sonar.
Βραχυπρόθεσμα, σύμφωνα με τον Γκαλιέτι, η Μελόνι ίσως ωφεληθεί πολιτικά στο εσωτερικό της χώρας, καθώς ο Τραμπ είναι ιδιαίτερα αντιδημοφιλής στις ιταλικές δημοσκοπήσεις. Ωστόσο, κινδυνεύει να χάσει ένα από τα βασικά στοιχεία του πολιτικού της αφηγήματος ενόψει των εκλογών που αναμένονται το επόμενο έτος. «Είναι σαν ένα τρομερό χαστούκι στο πρόσωπο», είπε. «Υπονομεύει πλήρως τη στρατηγική της, σύμφωνα με την οποία, όταν φτάσουμε στις εκλογές, οι Ιταλοί θα την επιλέξουν τελικά επειδή θεωρείται η πιο ασφαλής και αξιόπιστη επιλογή για τη διακυβέρνηση της χώρας».