Ύστερα από πολυετή έρευνα και αξιοποίηση νέων τεχνολογικών μέσων, οι διωκτικές αρχές προχώρησαν σε δύο συλλήψεις για την πολύκροτη υπόθεση της εμπρηστικής επίθεσης στο υποκατάστημα της Marfin, που συγκλόνισε τη χώρα στις 5 Μαΐου 2010.
Η έρευνα εξελισσόταν επί μήνες με απόλυτη μυστικότητα, ενώ καθοριστικό ρόλο φέρεται να διαδραμάτισε η επανεξέταση του διαθέσιμου φωτογραφικού υλικού με σύγχρονες μεθόδους ανάλυσης εικόνας.
Οι αστυνομικοί αξιοποίησαν εκατοντάδες φωτογραφικά στιγμιότυπα από την ημέρα της επίθεσης, τα οποία είχαν συγκεντρωθεί από φωτορεπόρτερ και δημοσιογράφους, πραγματοποιώντας λεπτομερή εξέταση καρέ καρέ. Παράλληλα, πραγματοποιήθηκαν επαφές και μετακινήσεις στο εξωτερικό στο πλαίσιο της διερεύνησης της υπόθεσης.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, σημαντική ώθηση στις έρευνες έδωσε και ένα ανώνυμο ηλεκτρονικό μήνυμα που έφτασε στις Αρχές και οδήγησε στην επανενεργοποίηση συγκεκριμένων ερευνητικών κατευθύνσεων.
Μέχρι στιγμής έχουν συλληφθεί, κατόπιν εκτέλεσης ενταλμάτων, δύο άνδρες ηλικίας 41 ετών, οι οποίοι, σύμφωνα με τις Αρχές, ήταν γνωστοί για τη δράση τους στον αντιεξουσιαστικό χώρο.
Παράλληλα, οι δικαστικές και αστυνομικές Αρχές αναζητούν ακόμη μία γυναίκα, σήμερα 46 ετών, σε βάρος της οποίας έχει εκδοθεί ένταλμα. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο τα τελευταία χρόνια και έχουν κινηθεί οι προβλεπόμενες διαδικασίες για τον εντοπισμό και την έκδοσή της στην Ελλάδα.
Οι εξελίξεις σηματοδοτούν μια νέα φάση στη διερεύνηση της υπόθεσης, δεκαέξι χρόνια μετά την επίθεση που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο τριών εργαζομένων, ανάμεσά τους και μίας εγκύου, οι οποίοι εγκλωβίστηκαν μέσα στο κτίριο μετά τη ρίψη βομβών μολότοφ.
Μέχρι σήμερα είχαν υπάρξει δικαστικές αποφάσεις που αφορούσαν ευθύνες σχετικά με τα μέτρα πυρασφάλειας του κτιρίου. Η νέα δικογραφία αφορά πλέον πρόσωπα που κατηγορούνται για συμμετοχή στην εμπρηστική επίθεση, με την υπόθεση να εισέρχεται σε νέο στάδιο της ποινικής διαδικασίας.