Σε υψηλούς τόνους εξελίσσεται η πρώτη μεγάλη πολιτική αντιπαράθεση του καλοκαιριού στη Βουλή, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον Νίκο Ανδρουλάκη να συγκρούονται για την ακρίβεια, το κόστος ζωής και την πορεία της ελληνικής οικονομίας.
Ο πρωθυπουργός άνοιξε την ομιλία του αναφερόμενος στις πρόσφατες εξελίξεις γύρω από την υπόθεση των εμπρησμών στη Θεσσαλονίκη που στοίχισαν τη ζωή στη Βάγια Νέστορα, χαιρετίζοντας τις πρώτες συλλήψεις.
«Μια ημέρα μετά την κηδεία της Βάγιας Νέστορα, η Πολιτεία τιμά τη μνήμη της, οδηγώντας στη Δικαιοσύνη τους τρομοκράτες. Είναι η απάντηση της Δημοκρατίας στη βία. Και είναι σημαντικό ότι την απάντηση αυτή τη δίνουμε μαζί, τουλάχιστον οι περισσότερες από τις πολιτικές δυνάμεις», δήλωσε, επισημαίνοντας ότι μόνο μέσα από κοινή στάση μπορεί να απομονωθεί κάθε μορφή τρομοκρατίας.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε και στην παρουσία του προέδρου του ΠΑΣΟΚ στην κηδεία, υποστηρίζοντας ότι αποτελεί ένδειξη της ενότητας με την οποία οφείλει να αντιμετωπίζεται το συγκεκριμένο ζήτημα.
Περνώντας στην οικονομία, κάλεσε τον Νίκο Ανδρουλάκη να παρουσιάσει τις δικές του προτάσεις για την αντιμετώπιση της ακρίβειας, υπογραμμίζοντας ότι η ανεργία μειώθηκε από το 18% στο 8%, δημιουργήθηκαν σχεδόν 600.000 νέες θέσεις εργασίας, το φαινόμενο του brain drain έχει αναστραφεί και η κυβέρνηση έχει προχωρήσει στη μείωση ή κατάργηση 83 φόρων.
Παράλληλα, εξέφρασε την εκτίμηση ότι η Ελλάδα σύντομα δεν θα είναι πλέον η πιο υπερχρεωμένη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σημειώνοντας ότι η οικονομία έχει αφήσει πίσω της την περίοδο της κρίσης και εμφανίζει πλέον μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις.
Η συζήτηση διεξάγεται στο πλαίσιο της Ώρας του Πρωθυπουργού, έπειτα από επίκαιρη ερώτηση που κατέθεσε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, με βασικό αντικείμενο την ακρίβεια και τις επιπτώσεις της στα ελληνικά νοικοκυριά.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης άσκησε σκληρή κριτική στην κυβερνητική πολιτική, υποστηρίζοντας ότι η καθημερινότητα των πολιτών και οι οικονομικοί δείκτες αποτυπώνουν σημαντική επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου.
«Είχατε στόχο το 2019 ο ελληνικός λαός να έχει τη χαμηλότερη αγοραστική δύναμη στην Ευρώπη; Είχατε στόχο να πληρώνει όλο και περισσότερο για υγεία και παιδεία; Είχατε υποσχεθεί ότι το κόστος στέγασης θα διογκωθεί ή ότι η ιδιοκατοίκηση θα έπεφτε κατά 6 ποσοστιαίες μονάδες;», ανέφερε απευθυνόμενος στον πρωθυπουργό.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ έκανε λόγο για εκτεταμένη ακρίβεια στην αγορά, υποστηρίζοντας ότι οι πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με συνεχείς ανατιμήσεις σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Όπως ανέφερε, η Ελλάδα καταγράφει επί επτά συνεχόμενους μήνες υψηλότερο πληθωρισμό από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ενώ οι αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων ξεπερνούν το 42%.
Παράλληλα, επικαλέστηκε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν ουσιαστικά στάσιμοι και οι συνταξιούχοι έχουν δει σημαντική απώλεια αγοραστικής δύναμης.
«Η ακρίβεια είναι ένας σιωπηλός φόρος στην τσέπη κάθε πολίτη. Ένας φόρος που δεν ψηφίστηκε από τη Βουλή, αλλά εισπράττεται καθημερινά από το κράτος», υποστήριξε.
Αναφερόμενος στα κυβερνητικά μέτρα, άσκησε κριτική για τον χρόνο εφαρμογής τους.
«Ανακύπτει ένα εύλογο ερώτημα. Μέχρι τον Σεπτέμβρη η ακρίβεια θα πάει διακοπές; Ποιον κοροϊδεύετε; Δώρον άδωρο το 5%. Αν θέλατε θα έπρεπε να το εξαγγείλετε τη στιγμή της εφαρμογής του», σημείωσε.
Στη συνέχεια έθεσε ζήτημα λειτουργίας της αγοράς, διερωτώμενος αν «η “συμφωνία κυρίων” στο Μαξίμου δεν είναι βουβή παραδοχή για την ύπαρξη καρτέλ;».
Παρουσιάζοντας νέα παραδείγματα τιμών στην αγορά, υποστήριξε ότι ορισμένα προϊόντα φτάνουν στον καταναλωτή με πολλαπλάσια τιμή από εκείνη που λαμβάνει ο παραγωγός, ενώ ανέφερε ότι συγκεκριμένες βρεφικές τροφές πωλούνται στην Ελλάδα έως και τρεις φορές ακριβότερα σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κάλεσε την κυβέρνηση να προχωρήσει σε ουσιαστικές παρεμβάσεις για την αντιμετώπιση της ακρίβειας.
«Αφήστε τα “λυπάμαι και τα θυμώνω”. Οι πολίτες δε χρειάζονται τη συμπόνοιά σας, χρειάζονται λύσεις», τόνισε, χαρακτηρίζοντας παράλληλα «καταστροφική για την κοινωνική δικαιοσύνη» τη λογική ότι «όταν κάποιοι χάνουν, κάποιοι κερδίζουν».