Σημαντική επιτυχία κατέγραψε η Ελληνική Αστυνομία, καθώς εξάρθρωσε εγκληματική οργάνωση που εξαπατούσε πολίτες, με τα μέλη της να παριστάνουν υπαλλήλους του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστές.
Κατά τη διάρκεια αστυνομικής επιχείρησης που πραγματοποιήθηκε την Τετάρτη 1 Ιουλίου, οι αρχές εντόπισαν το τηλεφωνικό κέντρο της οργάνωσης και συνέλαβαν επτά μέλη της, μεταξύ των οποίων τα δύο αρχηγικά στελέχη και τους τηλεφωνητές.
Η οργάνωση λειτουργούσε ουσιαστικά ως «οικογενειακή επιχείρηση», καθώς τα μέλη της συνδέονταν μεταξύ τους με συγγενικούς δεσμούς και ανήκαν στην ίδια κοινωνική ομάδα.
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., το παράνομο οικονομικό όφελος από τη δράση της σπείρας εκτιμάται ότι ξεπερνά το 1,6 εκατομμύριο ευρώ.
Καθοριστικό ρόλο στην ταυτοποίηση της δράσης τους φέρεται να έπαιξαν οι αναρτήσεις που έκαναν στα social media, όπου επιδείκνυαν χρήματα και κοσμήματα που είχαν αποσπάσει από τα θύματά τους.
Σε φωτογραφίες που εντοπίστηκαν στα κινητά τους τηλέφωνα, οι κατηγορούμενοι εμφανίζονται να ποζάρουν με χρυσές λίρες, δεσμίδες χαρτονομισμάτων και ακριβά ρολόγια.
Σε βάρος των συλληφθέντων σχηματίστηκε δικογραφία για εγκληματική οργάνωση και απάτες κατ’ επάγγελμα, κατά συναυτουργία και κατ’ εξακολούθηση, με περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ.
Από την αστυνομική έρευνα προέκυψε ότι η οργάνωση είχε αναπτύξει συστηματική δράση τουλάχιστον από τον Μάρτιο του 2026, με στόχο την εξαπάτηση πολιτών και την αποκόμιση παράνομου κέρδους.
Τα μέλη της πραγματοποιούσαν καθημερινά τηλεφωνικές κλήσεις σε υποψήφια θύματα, αντλώντας στοιχεία από τηλεφωνικούς καταλόγους. Παρουσιάζονταν ψευδώς ως υπάλληλοι του ΔΕΔΔΗΕ ή λογιστές και χρησιμοποιούσαν διάφορα προσχήματα, όπως φορολογικές δηλώσεις, ασφάλιση χρημάτων και τιμαλφών ή δήθεν διαρροή ηλεκτρικού ρεύματος.
Στη συνέχεια έπειθαν τα θύματα να συγκεντρώνουν χρήματα και πολύτιμα αντικείμενα και να τα αφήνουν σε προκαθορισμένα σημεία μέσα ή έξω από την κατοικία τους, δήθεν για να καταμετρηθούν ή να εκτιμηθούν.
Σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., τα δύο αρχηγικά μέλη είχαν τον συντονισμό της οργάνωσης, ενώ οι τηλεφωνητές ήταν υπεύθυνοι για την αναζήτηση θυμάτων, τη συλλογή και ενεργοποίηση τηλεφωνικών συνδέσεων και την πραγματοποίηση των απατηλών κλήσεων.
Για να αποφεύγουν τον εντοπισμό τους, άλλαζαν συχνά τον χώρο όπου λειτουργούσε το τηλεφωνικό κέντρο και τις τηλεφωνικές συνδέσεις που χρησιμοποιούσαν. Παράλληλα, είχαν εγκαταστήσει κυκλώματα επιτήρησης και ρολά ασφαλείας στους χώρους δράσης τους.
Κατά τις έρευνες οι αστυνομικοί κατέσχεσαν 13 κινητά τηλέφωνα, 3 πακέτα καρτοκινητής τηλεφωνίας, 13 αποκομμένα φύλλα ονομαστικού τηλεφωνικού καταλόγου με στοιχεία πολιτών και σημειώσεις, 2 χρυσά βραχιόλια, 4 μενταγιόν, 1 χρυσή αλυσίδα και ένα αυτοκίνητο.
Οι συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική Αρχή, ενώ η έρευνα συνεχίζεται για να διαπιστωθεί το πλήρες εύρος της δράσης της οργάνωσης.