Η πλασμαφαίρεση αποτελεί αναγνωρισμένη θεραπευτική μέθοδο για συγκεκριμένες αιματολογικές, νευρολογικές και ανοσολογικές παθήσεις. Πρόκειται για διαδικασία κατά την οποία απομακρύνεται το πλάσμα του αίματος και αντικαθίσταται με κατάλληλο υγρό, ώστε να μειωθούν ουσίες που σχετίζονται με την εκδήλωση ή την επιδείνωση ορισμένων ασθενειών.
Αν και θεωρείται γενικά ασφαλής όταν πραγματοποιείται με την κατάλληλη ιατρική παρακολούθηση, δεν αποκλείονται επιπλοκές. Η καρδιακή ανακοπή χαρακτηρίζεται ως σπάνια, ωστόσο σοβαρή υπόταση, σημαντική μείωση του ασβεστίου, διαταραχές του καρδιακού ρυθμού ή έντονες αλλεργικές αντιδράσεις μπορούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να οδηγήσουν σε σοβαρή καρδιαγγειακή αποσταθεροποίηση.
Τι είναι η πλασμαφαίρεση
Κατά τη διάρκεια της θεραπευτικής ανταλλαγής πλάσματος, το πλάσμα διαχωρίζεται από τα αιμοσφαίρια. Το πλάσμα που αφαιρείται απορρίπτεται και αντικαθίσταται συνήθως με διάλυμα αλβουμίνης, πλάσμα δότη ή άλλο κατάλληλο υγρό. Στη συνέχεια, τα αιμοσφαίρια επιστρέφουν στον οργανισμό.
Με αυτόν τον τρόπο μειώνονται γρήγορα ουσίες που βρίσκονται στο πλάσμα, όπως αυτοαντισώματα, ανοσοσυμπλέγματα και μη φυσιολογικές πρωτεΐνες. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν αντιμετωπίζει απαραίτητα την ίδια την υποκείμενη νόσο και για αυτό συχνά συνδυάζεται με άλλες θεραπείες.
Σε ποιες παθήσεις χρησιμοποιείται
Η θεραπευτική ανταλλαγή πλάσματος εφαρμόζεται κυρίως σε συγκεκριμένες αιματολογικές και νευρολογικές παθήσεις. Μεταξύ των βασικών ενδείξεων περιλαμβάνονται η θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα, το σύνδρομο Guillain Barré, η χρόνια φλεγμονώδης απομυελινωτική πολυριζονευροπάθεια και η οξεία σοβαρή μυασθένεια gravis.
Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί σε περιπτώσεις συμπτωματικής υπεργλοιότητας που προκαλείται από μη φυσιολογικές ανοσοσφαιρίνες, καθώς και σε επιλεγμένες αυτοάνοσες, νεφρικές και μεταμοσχευτικές παθήσεις.
Ο ρόλος της θεραπείας διαφοροποιείται ανάλογα με την πάθηση. Στη θρομβωτική θρομβοπενική πορφύρα αποτελεί επείγουσα θεραπευτική παρέμβαση, ενώ σε παθήσεις όπως το σύνδρομο Guillain Barré και η σοβαρή μυασθένεια gravis μπορεί να συμβάλει στην ταχεία απομάκρυνση παθογόνων αντισωμάτων.
Πώς μπορεί να προκύψει σοβαρή καρδιαγγειακή επιπλοκή
Η καρδιακή ανακοπή δεν θεωρείται αναμενόμενη συνέπεια της πλασμαφαίρεσης, αλλά μια σπάνια επιπλοκή. Υπάρχουν αρκετοί μηχανισμοί μέσω των οποίων μπορεί να προκύψει σοβαρή καρδιαγγειακή αποσταθεροποίηση.
Μία από τις πιθανές αιτίες είναι η έντονη υπόταση. Οι μεταβολές στον όγκο του κυκλοφορούντος αίματος ή οι αντιδράσεις στα υγρά που χρησιμοποιούνται για την αντικατάσταση του πλάσματος μπορούν να προκαλέσουν απότομη πτώση της αρτηριακής πίεσης. Σε περίπτωση πολύ σοβαρής υπότασης μπορεί να επηρεαστεί η αιμάτωση της καρδιάς και να ακολουθήσει καρδιαγγειακή κατάρρευση.
Ένας ακόμη σημαντικός μηχανισμός αφορά την υπασβεστιαιμία που σχετίζεται με το κιτρικό. Το κιτρικό χρησιμοποιείται για να αποτρέπεται η πήξη στο εξωσωματικό κύκλωμα και μπορεί να δεσμεύσει το ιονισμένο ασβέστιο. Μικρότερη πτώση του ασβεστίου μπορεί να προκαλέσει μυρμήγκιασμα ή μυϊκές κράμπες, ενώ σοβαρότερη διαταραχή μπορεί να επηρεάσει την καρδιακή λειτουργία και να προκαλέσει επικίνδυνες αρρυθμίες.
Επιπλέον, σοβαρές αλλεργικές ή αναφυλακτοειδείς αντιδράσεις στο πλάσμα ή σε άλλα συστατικά της διαδικασίας μπορούν να προκαλέσουν υπόταση, αναπνευστική δυσχέρεια και, σε ακραίες περιπτώσεις, καρδιαγγειακή κατάρρευση.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται επίσης σε ασθενείς που λαμβάνουν αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης, καθώς έχουν καταγραφεί κατά τη διάρκεια ορισμένων διαδικασιών αντιδράσεις όπως έξαψη, βραδυκαρδία και έντονη υπόταση.
Πώς περιορίζεται ο κίνδυνος
Η ασφαλής πραγματοποίηση της πλασμαφαίρεσης προϋποθέτει αξιολόγηση του ασθενούς πριν από την έναρξη της θεραπείας και συνεχή παρακολούθηση κατά τη διάρκειά της. Η αρτηριακή πίεση, ο σφυγμός και τυχόν συμπτώματα ελέγχονται διαρκώς από την ιατρική ομάδα.
Παράλληλα, μπορούν να πραγματοποιούνται έλεγχοι των ηλεκτρολυτών, ενώ η ροή ή το υγρό αντικατάστασης είναι δυνατό να προσαρμόζονται ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς. Εφόσον απαιτείται, μπορεί να χορηγηθεί ασβέστιο, ενώ η διαδικασία διακόπτεται εάν παρουσιαστεί σοβαρή αντίδραση.
Σημαντική θεωρείται και η επανεκτίμηση της φαρμακευτικής αγωγής όταν υπάρχουν φάρμακα που ενδέχεται να ενισχύσουν τις υποτασικές αντιδράσεις.
Πόσο συχνές είναι οι σοβαρές επιπλοκές
Σύμφωνα με το κείμενο, έχουν καταγραφεί περιστατικά αρρυθμίας, ασυστολίας και καρδιακής ανακοπής, όμως τα σοβαρά καρδιαγγειακά συμβάντα παραμένουν ασυνήθιστα σε σύγκριση με ηπιότερες ανεπιθύμητες επιδράσεις, όπως η χαμηλή αρτηριακή πίεση, το μυρμήγκιασμα, η ναυτία και τα αλλεργικά συμπτώματα.
Η επιδείνωση μπορεί να είναι γρήγορη. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις προηγούνται συμπτώματα όπως πτώση της αρτηριακής πίεσης, δυσκολία στην αναπνοή, μυρμήγκιασμα, μυϊκοί σπασμοί ή διαταραχές του καρδιακού ρυθμού.
Για αυτό η επιλογή του κατάλληλου ασθενούς και η στενή παρακολούθηση καθ’ όλη τη διάρκεια της θεραπείας αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τον περιορισμό των κινδύνων.