Μια σοβαρή καταγγελία για σεξουαλική και ψυχολογική κακοποίηση έχει προκαλέσει αντιδράσεις στο διαδίκτυο. Μια γυναίκα, μέσα από εκτενή προσωπική της μαρτυρία που δημοσιεύτηκε σε ιστοσελίδα του αντιεξουσιαστικού χώρου, καταγγέλλει άνδρα που αναφέρεται ως «Μ.» για επανειλημμένα περιστατικά σεξουαλικής βίας, τα οποία, σύμφωνα με την ίδια, σημειώθηκαν σε διάστημα περίπου ενάμιση έτους, από το 2022.
Η ίδια υποστηρίζει ότι γνώρισε τον «Μ.» σε μια περίοδο κατά την οποία αντιμετώπιζε σοβαρές προσωπικές και οικονομικές δυσκολίες, ενώ παράλληλα προσπαθούσε να ανακάμψει ψυχολογικά. Όπως αναφέρει, εκείνος εμφανίστηκε αρχικά πρόθυμος να τη βοηθήσει επαγγελματικά και μεταξύ τους αναπτύχθηκε επικοινωνία.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, η σχέση αυτή σύντομα πήρε διαφορετική τροπή. Περιγράφει περιστατικά στα οποία, όπως καταγγέλλει, υπέστη σεξουαλικές πράξεις χωρίς τη συναίνεσή της, καθώς και σωματική και λεκτική βία.
Η γυναίκα αναφέρει ότι αρχικά δυσκολεύτηκε να αναγνωρίσει όσα συνέβαιναν ως κακοποίηση. Όπως εξηγεί, το δημόσιο προφίλ του άνδρα, τον οποίο παρουσιάζει ως πρόσωπο με αντιφασιστική, αντιρατσιστική και αντισεξιστική δράση, συνέβαλε στο να αμφισβητεί ακόμη και τη δική της αντίληψη για όσα είχε βιώσει.
Στη μαρτυρία της κάνει λόγο για έναν κύκλο εναλλαγής ανάμεσα σε προσβλητική και βίαιη συμπεριφορά και σε εκδηλώσεις ενδιαφέροντος και τρυφερότητας. Υποστηρίζει ότι τα κολακευτικά μηνύματα και οι διαβεβαιώσεις ότι ήταν σημαντική για εκείνον την έκαναν να παραμένει συναισθηματικά δεμένη μαζί του, ενώ παράλληλα, όπως περιγράφει, δεχόταν πιέσεις, εξευτελισμούς και επιθετική συμπεριφορά.
Παράλληλα, αναφέρει ότι τον εξυπηρετούσε συχνά πρακτικά, μεταφέροντάς τον με το αυτοκίνητό της και καλύπτοντας έξοδα. Υποστηρίζει ακόμη ότι του δάνεισε χρήματα σε μια δύσκολη οικονομική στιγμή και ότι χρειάστηκε να περάσουν αρκετά χρόνια μέχρι να τα επιστρέψει.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει σε περιστατικά που, όπως καταγγέλλει, συνέβησαν και εκτός της μεταξύ τους σχέσης. Υποστηρίζει ότι ακόμη και μετά τη διακοπή της επικοινωνίας τους, ο «Μ.» την προσέγγισε σε δημόσιους χώρους και προχώρησε σε πράξεις σωματικής βίας και εξευτελιστικής συμπεριφοράς.
Η καταγγέλλουσα περιγράφει επίσης τον φόβο που, όπως λέει, εξακολουθεί να αισθάνεται, καθώς και τις ψυχολογικές συνέπειες που αποδίδει σε όσα έζησε. Αναφέρεται σε εφιάλτες, ενοχές και μια μακρά διαδικασία μέχρι να μπορέσει να επεξεργαστεί τα γεγονότα και να αντιληφθεί τη σχέση που είχε αναπτύξει ως κακοποιητική.
Στο κείμενό της χρησιμοποιεί τον όρο «τραυματικός δεσμός», επιχειρώντας να εξηγήσει γιατί, παρά τα περιστατικά που περιγράφει ως βίαια, παρέμεινε για κάποιο διάστημα συνδεδεμένη μαζί του και δυσκολεύτηκε να απομακρυνθεί.
Η ίδια καταλήγει υποστηρίζοντας ότι η σιωπή και η αυτοενοχοποίηση μπορούν να συντηρούν έναν κύκλο κακοποίησης. Μέσα από τη δημόσια τοποθέτησή της, όπως αναφέρει, θέλει να μιλήσει για όσα έζησε και να στείλει το μήνυμα ότι η ευθύνη για τη σεξουαλική βία δεν ανήκει στο θύμα.
Οι παραπάνω ισχυρισμοί αποτελούν τη μαρτυρία και τις καταγγελίες της συγκεκριμένης γυναίκας. Δεν αποτελούν, από μόνοι τους, δικαστική διαπίστωση ενοχής του προσώπου που αναφέρεται ως «Μ.».