Η ιστορική συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ «ΕΕ» και «Mercosur» πήρε πρόσφατα το «πράσινο φως» έπειτα από 25 χρόνια διαπραγματεύσεων, ανοίγοντας τον δρόμο για ζώνη ελεύθερου εμπορίου που καλύπτει πάνω από 700 εκατομμύρια ανθρώπους στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική. Η συμφωνία, που αναμένει έγκριση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, προβλέπει κατάργηση άνω του 90% των δασμών στις εξαγωγές της ΕΕ, δίνοντας πρόσβαση σε ευρωπαϊκά προϊόντα όπως αυτοκίνητα, μηχανές, κρασιά και οινοπνευματώδη στη Νότια Αμερική, ενώ διευκολύνει την εισαγωγή βοδινού, ζάχαρης, ρυζιού, μελιού και σόγιας στην Ευρώπη.
Η συμφωνία φέρνει κερδισμένους αλλά και χαμένους. Μεταξύ των νικητών είναι η πρωθυπουργός της Ιταλίας «Τζόρτζια Μελόνι», η οποία εξασφάλισε δικλείδες ασφαλείας για τους Ιταλούς αγρότες και χρηματοδοτήσεις από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία αποκτά ευκολότερη πρόσβαση στη Λατινική Αμερική με χαμηλότερους δασμούς, ενώ η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής «Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν» βλέπει τη συμφωνία ως επιβεβαίωση της ικανότητας της ΕΕ να προωθεί μεγάλες πολυμερείς συμφωνίες. Οι Ευρωπαίοι αγρότες προστατεύονται μέσω ποσοστώσεων και δικλείδων ασφαλείας για προϊόντα Ονομασίας Προέλευσης, όπως η ελληνική «φέτα», το ιταλικό παρμεζάνα ή το γαλλικό κρασί, ενώ οι συνολικές επιδοτήσεις προς τους αγρότες φτάνουν τα 45 δισ. ευρώ.
Από την άλλη πλευρά, χαμένοι θεωρούνται ο πρόεδρος της Γαλλίας «Εμανουέλ Μακρόν», ο οποίος προσπάθησε να μπλοκάρει τη διαδικασία, ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ «Ντόναλντ Τραμπ», καθώς η συμφωνία ενισχύει ομοϊδεάτες εταίρους, και η «Κίνα», που βλέπει περιορισμένη δυνατότητα για επέκταση της επιρροής της στη Λατινική Αμερική. Επιπτώσεις σημειώνονται επίσης στο τροπικό δάσος του Αμαζονίου, καθώς η αύξηση της κτηνοτροφίας για τις εξαγωγές αυξάνει την πίεση στους φυσικούς πόρους, παρότι η συμφωνία περιλαμβάνει υποχρεωτικές δικλείδες κατά της παράνομης αποψίλωσης και δέσμευση για τη Συμφωνία του Παρισιού για το Κλίμα.
Για την Ελλάδα η συμφωνία σημαίνει νέες δυνατότητες για τα αγροδιατροφικά προϊόντα της, με έμφαση στην προστασία 344 προϊόντων τροφίμων και ποτών σε επίπεδο ΕΕ, εκ των οποίων τα 21 είναι ελληνικά, όπως η «φέτα», το «ελαιόλαδο», η «ελιά Καλαμάτας», η «Κορινθιακή σταφίδα», ο «κρόκος Κοζάνης», το «μανούρι», η «κεφαλογραβιέρα» και η «μαστίχα Χίου». Τα προϊόντα με γεωγραφική ένδειξη πωλούνται σε τιμές δύο έως τρεις φορές υψηλότερες από τα μη πιστοποιημένα, ενώ η συμφωνία εισάγει για πρώτη φορά ρήτρα διασφάλισης για αιφνίδιες αυξήσεις εισαγωγών, καθώς και ανώτατα όρια στις εισαγωγές μειωμένων δασμών.
Επιπλέον, η συμφωνία αναμένεται να ενισχύσει τις ελληνικές εξαγωγές υπηρεσιών προς τη Mercosur, που σήμερα φτάνουν τα 1,6 δισ. ευρώ ετησίως, κυρίως στους τομείς των μεταφορών, του τουρισμού, των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, των ταχυμεταφορών, των τηλεπικοινωνιών, του ψηφιακού εμπορίου και του περιβάλλοντος. Η κατάργηση δασμών και η απλοποίηση τελωνειακών διαδικασιών μειώνουν το κόστος και το διοικητικό βάρος για το 97% των Ελλήνων εξαγωγέων, που είναι μικρές επιχειρήσεις, διευκολύνοντας την πρόσβαση σε αγορές εκτός ΕΕ.