Η Πρωτοχρονιά του 2026 δεν έφερε μόνο ευχές και αποφάσεις· έφερε και ένα σαφές μήνυμα προς το εσωτερικό του Δημοσίου: η ανοχή τελείωσε. Από την 1η Ιανουαρίου τέθηκε σε ισχύ το νέο πειθαρχικό δίκαιο, με τον ν. 5225/25 να αναμορφώνει ριζικά το πλαίσιο ευθυνών και κυρώσεων για τους δημοσίους υπαλλήλους. Πρόκειται για μια βαθιά τομή, που αυστηροποιεί τις ποινές, διευρύνει τα πειθαρχικά παραπτώματα και καθιστά πιο «βαριά» την έννοια της υπηρεσιακής ευθύνης. Ο νέος νόμος, που εισηγήθηκαν ο υπουργός Εσωτερικών Θοδωρής Λιβάνιος και η υφυπουργός Βιβή Χαραλαμπογιάννη, αφορά το σύνολο των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ α’ και β’ βαθμού, καθώς και των ΝΠΔΔ.
![]()
Δεν μιλάμε, δηλαδή, για μια επιμέρους ρύθμιση, αλλά για ένα ενιαίο και αυστηρό «καθεστώς» πειθαρχικού ελέγχου. Στον κατάλογο των πειθαρχικών παραπτωμάτων προστίθενται νέα, ενώ κωδικοποιούνται και όσα μέχρι σήμερα ήταν διάσπαρτα σε ειδικούς νόμους. Ενδεικτικά, πλέον θεωρούνται παραπτώματα η παράλειψη δήλωσης κωλύματος συμφέροντος, κάθε μορφή βίας ή παρενόχλησης στον χώρο εργασίας, η αδικαιολόγητη καθυστέρηση έκδοσης διαπιστωτικών πράξεων έκπτωσης, αλλά και η συμμετοχή σε εταιρείες ή η άσκηση έργων ασυμβίβαστων με την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η μετατροπή της άρνησης συμμετοχής στη διαδικασία αξιολόγησης σε αυτοτελές πειθαρχικό παράπτωμα.
![]()
Όποιος αρνείται να αξιολογήσει ή να αξιολογηθεί τιμωρείται με πρόστιμο δύο μηνών αποδοχών, ενώ η επανάληψη της άρνησης για δύο συνεχόμενες αξιολογικές περιόδους οδηγεί ευθέως στην οριστική παύση. Ένα σαφές μήνυμα προς όσους θεωρούσαν μέχρι σήμερα την αξιολόγηση «προαιρετική». Για τους δημοτικούς υπαλλήλους, ο νόμος εισάγει ειδικά παραπτώματα, όπως η άρνηση χρήσης μέσων ατομικής προστασίας ή η μη προσέλευση σε προληπτικό ιατρικό έλεγχο. Παράλληλα, ευθύνη αποδίδεται και στη διοίκηση: η μη παροχή των προβλεπόμενων μέσων προστασίας συνιστά σοβαρή παράβαση καθήκοντος.
Αντίστοιχα, για το ένστολο προσωπικό της δημοτικής αστυνομίας, η άρνηση χρήσης στολής και διακριτικού σήματος καθίσταται πειθαρχικό αδίκημα. Το νέο πειθαρχικό οπλοστάσιο ενισχύεται και με τρεις νέες ποινές: στέρηση μισθολογικού κλιμακίου από ένα έως πέντε έτη, αφαίρεση έως τεσσάρων μισθολογικών κλιμακίων και απαγόρευση άσκησης καθηκόντων προϊσταμένου για το ίδιο διάστημα. Συνολικά, το φάσμα των ποινών εκτείνεται πλέον από την έγγραφη επίπληξη έως την οριστική παύση, με ενδιάμεσα αυστηρά οικονομικά και υπηρεσιακά μέτρα. Καινοτομία αποτελεί και η εισαγωγή της «πειθαρχικής συνδιαλλαγής», ενός θεσμού που επιτρέπει –υπό προϋποθέσεις– ευνοϊκότερη ποινή, εφόσον δεν προβλέπεται οριστική παύση και δεν έχει προκληθεί ή έχει αποκατασταθεί πλήρως οικονομική ζημία.
![]()
Μια διάταξη που ισορροπεί ανάμεσα στην αυστηρότητα και την αναλογικότητα. Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι η αλλαγή στη δομή απονομής της πειθαρχικής δικαιοσύνης. Από το 2026 αναλαμβάνει το νέο Πειθαρχικό Συμβούλιο Ανθρώπινου Δυναμικού Δημόσιου Τομέα, με 60 δικαστές του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ενώ από το 2027 καταργούνται τα πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια πειθαρχικά συμβούλια. Στόχος: ταχύτητα, διαφάνεια και τέλος στις υποθέσεις που λιμνάζουν επί χρόνια. Δεν είναι τυχαίο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Εθνική Αρχή Διαφάνειας, εκκρεμούν 3.360 ένορκες διοικητικές εξετάσεις και πάνω από 5.900 υπάλληλοι έχουν ανοιχτές πειθαρχικές υποθέσεις.
Το νέο πλαίσιο φιλοδοξεί να βάλει τέλος σε αυτή την παθογένεια. Το 2026, λοιπόν, προμηνύεται ζόρικο –όχι για το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά για εκείνους που επί χρόνια πόνταραν στην ατιμωρησία, τις καθυστερήσεις και τα παραθυράκια. Για τους συνεπείς, ίσως είναι η χρονιά που το Δημόσιο αρχίζει επιτέλους να ξεχωρίζει την ευθύνη από την ασυλία.