Μια καλοστημένη απάτη με δήθεν πώληση χρυσών λιρών αποκαλύφθηκε στη Λάρισα, οδηγώντας στη σύλληψη τεσσάρων αδελφών που κατηγορούνται ότι εξαπάτησαν εύπορους πολίτες σε διάφορες περιοχές της χώρας. Η λεία που αποκόμισε το κύκλωμα εκτιμάται ότι ξεπερνά το ένα εκατομμύριο ευρώ.
Οι κατηγορούμενοι φαίνεται πως προσέγγιζαν άτομα με οικονομική επιφάνεια στη Θεσσαλία, τις Κυκλάδες αλλά και περιοχές της Αττικής, παρουσιάζοντας την αγορά χρυσών λιρών σε πολύ χαμηλή τιμή ως μια δελεαστική επενδυτική ευκαιρία. Με αυτόν τον τρόπο έπειθαν τα θύματα να καταβάλουν μεγάλα ποσά προκαταβολικά, χωρίς όμως να παραδίδουν ποτέ τις λίρες που υπόσχονταν.
Η μέθοδος που ακολουθούσαν ήταν συγκεκριμένη. Αρχικά δημιουργούσαν σχέση εμπιστοσύνης με τους υποψήφιους αγοραστές. Αφού λάμβαναν τα χρήματα, άρχιζαν οι συνεχείς καθυστερήσεις και οι δικαιολογίες. Όταν τα θύματα ζητούσαν τα χρήματά τους πίσω ή απαιτούσαν να ολοκληρωθεί η συμφωνία, οι δράστες περνούσαν σε πιέσεις, εκφοβισμό και σε ορισμένες περιπτώσεις σε απειλές.
Στη δικογραφία περιλαμβάνονται καταγγελίες από αρκετά θύματα. Ένας επιχειρηματίας στη Γλυφάδα υποστηρίζει ότι έχασε 175.000 ευρώ, άλλοι πολίτες δηλώνουν απώλειες 143.000 και 60.000 ευρώ, ενώ σε μία περίπτωση επιχειρηματίας από τη Λάρισα κατήγγειλε ότι έχασε συνολικά 710.000 ευρώ. Σύμφωνα με την καταγγελία του, όταν ζήτησε να του παραδοθούν οι λίρες, δέχθηκε ακόμη και απειλή με όπλο.
«Με εξαπάτησαν με την προϋπόθεση να μου δώσουν λίρες. Δεν μου τις έδωσαν και μου έφαγαν 175.000 ευρώ», περιέγραψε ένα από τα θύματα.
Τα μέλη της ομάδας φέρονται να λειτουργούσαν με τον ίδιο τρόπο σε κάθε περίπτωση. Έπαιρναν προκαταβολικά τα χρήματα για τις υποτιθέμενες λίρες και στη συνέχεια άρχιζαν να πιέζουν τα θύματα, χωρίς ποτέ να υλοποιούν τη συμφωνία.
Ένα από τα θύματα ανέφερε πως αρχικά του υπόσχονταν ότι η παράδοση θα γινόταν σύντομα. «Στην αρχή μου έλεγαν ότι σε μία βδομάδα θα στα δώσουμε, σε 10 μέρες, σε έναν μήνα. Πήγα έκανα την καταγγελία στην αστυνομία και με το που ανέφερα ότι θα πάω στην αστυνομία να κάνω καταγγελία και να κάνω μήνυση, άρχισαν οι απειλές».
Σε άλλη περίπτωση, θύμα περιέγραψε τη στιγμή της συνάντησης με τους φερόμενους δράστες στη Γλυφάδα. «Συναντηθήκαμε σε ένα μέρος στη Γλυφάδα και μόλις με είδαν μου είπαν “μπες μέσα στο αμάξι”. Μπήκα μέσα και ήταν τρεις. Λέω “που είναι οι λίρες;”, μου λέει “δώσε μας τα λεφτά να τα δούμε, οι λίρες είναι εδώ”. Μόλις έδειξα τα χρήματα μου τα άρπαξαν και μου λέει “βγες έξω”».
Ακόμη και τότε, όταν τα θύματα προσπαθούσαν να πάρουν πίσω μέρος των χρημάτων τους, οι κατηγορούμενοι ζητούσαν περισσότερα χρήματα για να συνεχίσουν τη δήθεν συμφωνία. «Άλλαξαν τα πράγματα. Τελικά πρέπει να μας δώσεις άλλα 35 χιλιάρικα γιατί οι λίρες μας αξίζουν περισσότερα. Συμφωνήσαμε τώρα, μη τολμήσεις να μας κρεμάσεις γιατί θα έχεις σοβαρό πρόβλημα. Και ό,τι σου λέμε θα γίνει», φέρεται να είπαν σε ένα από τα θύματα.
Σε άλλη μαρτυρία αναφέρεται ότι μετά την πρώτη συνάντηση ακολούθησαν τηλεφωνήματα. «Με πήραν μετά από 10 λεπτά, μισή ώρα, και μου λένε “τα χρήματα δεν φτάνουν. Πρέπει να φέρεις άλλα 30 χιλιάρικα για να σου δώσουμε τις λίρες”. Φοβούμενος εγώ ότι θα χάσω και τα λεφτά, πήγα και τους έφεραν και άλλα λεφτά».
Τα θύματα δέχονταν επίσης πιεστικά μηνύματα. «Τι κάνεις τόση ώρα; Είμαστε με τους ανθρώπους που θα μας πωλήσουν τις λίρες. Μη διανοηθείς να μας κάνεις ρόμπα. Έχουμε όνομα στον χώρο και έχουμε συμφωνήσει. Τελείωνε», αναφέρεται σε ένα από αυτά.
Παρά τις υποσχέσεις, οι λίρες δεν υπήρχαν ποτέ. Σε συνομιλίες που περιλαμβάνονται στην υπόθεση, οι κατηγορούμενοι φέρονται να λένε στα θύματα: «Για εσένα δουλεύουμε όλοι και εσύ φοβάσαι ακόμη. Τελείωνε τώρα και δώσε μου τα λεφτά, βιαζόμαστε. Μας βάζεις σε πρόβλημα και θα έχεις και εσύ μαζί μας. Έχουμε συμφωνήσει».
Σε άλλη συνομιλία προειδοποιούσαν ακόμη πιο έντονα. «Εμάς κανείς ποτέ δεν τόλμησε να μας ενοχλήσει όπως εσύ. Αφού σου είπαμε θα στα δώσουμε. Ξέρεις τι γίνεται σε όποιον μας ενοχλεί;».
Οι τέσσερις αδελφοί συνελήφθησαν στις 6 Μαρτίου ύστερα από επιχείρηση της Δίωξης Εκβιαστών με τη συνδρομή της ΕΚΑΜ. Οι αρχές συνεχίζουν την έρευνα για την πλήρη έκταση της υπόθεσης, ενώ τα θύματα περιμένουν πλέον την εξέλιξη της δικαστικής διαδικασίας και ελπίζουν να καταφέρουν να ανακτήσουν μέρος των χρημάτων που έχασαν.