Σε ηλικία 87 ετών έφυγε από τη ζωή ο Γιώργος Μαρίνος, ένας από τους σημαντικότερους καλλιτέχνες της ελληνικής ψυχαγωγίας. Τραγουδιστής, ηθοποιός και σόουμαν, υπήρξε από τους πρωτοπόρους του ζωντανού θεάματος στην Ελλάδα και άφησε έντονο αποτύπωμα στον χώρο της διασκέδασης.
Ο Γιώργος Μαρίνος πέθανε το μεσημέρι της Τρίτης 10 Μαρτίου 2026, στον οίκο ευγηρίας όπου διέμενε το τελευταίο διάστημα, σύμφωνα με πληροφορίες που μεταδόθηκαν από την εκπομπή «Το Πρωινό».
Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι αντιμετώπιζε Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια και παρουσίασε επιπλοκή, η οποία οδήγησε στον θάνατό του.
Ο Γιώργος Μαρίνος γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε κυρίως με τη μητέρα του, Βασιλική, καθώς οι γονείς του χώρισαν όταν εκείνος ήταν μόλις ενός έτους. Ο πατέρας του, Αλέξανδρος, είχε εξοριστεί στη Μακρόνησο και απουσίαζε από τα πρώτα χρόνια της ζωής του. Τον συνάντησε για πρώτη φορά όταν ήταν 12 ετών.
Παρότι οι γονείς του ήθελαν να ακολουθήσει το επάγγελμα του πολιτικού μηχανικού ή του αρχιτέκτονα, λόγω της αγάπης του για τα μαθηματικά, εκείνος αποφάσισε να στραφεί στην τέχνη. Ακόμη ανήλικος έδωσε κρυφά εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.
Το 1962, ως δευτεροετής φοιτητής, συμμετείχε στη θρυλική παράσταση «Οδός Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, δίπλα σε σπουδαία ονόματα του θεάτρου όπως ο Δημήτρης Χορν, η Ρένα Βλαχοπούλου και η Μάρω Κοντού. Εκεί ερμήνευσε και το τραγούδι «Κάθε κήπος», ξεκινώντας μια πορεία που θα τον καθιέρωνε ως μία από τις πιο ξεχωριστές προσωπικότητες της ελληνικής σκηνής.
Παράλληλα με το θέατρο και τις μπουάτ της εποχής, έκανε και ορισμένες κινηματογραφικές εμφανίσεις, μεταξύ των οποίων στην ταινία «Ο τρίτος δρόμος» του Ίωνα Νταϊφά με πρωταγωνίστρια τη Μάρω Κοντού.
Συνδυάζοντας την υποκριτική με το τραγούδι, δημιούργησε ένα πρωτότυπο είδος ψυχαγωγίας για τα ελληνικά δεδομένα. Στις παραστάσεις του συνδύαζε πρόζα, σάτιρα, χορό και τραγούδι, παρουσιάζοντας ένα ολοκληρωμένο θεατρικό σόου. Για σχεδόν δύο δεκαετίες, από το 1973 έως το 1992, εμφανιζόταν στη «Μέδουσα» στου Μακρυγιάννη, έναν χώρο που ταυτίστηκε με την καλλιτεχνική του πορεία.
Κατά τη διάρκεια της καριέρας του συνεργάστηκε με σημαντικούς δημιουργούς, μεταξύ των οποίων ο Δημήτρης Δανίκας, η Λίνα Νικολακοπούλου, ο Δημήτρης Ιατρόπουλος, ο Σταμάτης Κραουνάκης και η Νινή Ζαχά. Είχε επίσης στενή φιλία με τον Μάνο Χατζιδάκι και τον Νίκο Γκάτσο.
Ο Γιώργος Μαρίνος θεωρείται ο πρώτος σόουμαν της Ελλάδας. Με τα σκετς, τις μιμήσεις και τις καυστικές ατάκες του σατίριζε την επικαιρότητα και τα κοινωνικά φαινόμενα, προκαλώντας γέλιο αλλά και προβληματισμό.
Στην προσωπική του ζωή ήταν ιδιαίτερα μοναχικός άνθρωπος. Μεγάλα του πάθη ήταν η αστρολογία και τα σκυλιά του. Τα τελευταία χρόνια είχε αποσυρθεί από τη δημόσια ζωή και ζούσε απομονωμένος στο σπίτι του στο Νέο Βουτζά, κοντά στη Ραφήνα.
Είχε επίσης σημαντική τηλεοπτική παρουσία, με πιο χαρακτηριστική την εκπομπή «Ciao ANT1» στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ενώ συμμετείχε και σε ορισμένες τηλεοπτικές σειρές.
Ο Γιώργος Μαρίνος ήταν ο πρώτος επώνυμος στην Ελλάδα που μίλησε δημόσια για την ομοφυλοφιλία του στα μέσα της δεκαετίας του 1960, σε μια περίοδο ιδιαίτερα συντηρητική για την ελληνική κοινωνία. Είχε μάλιστα αποκαλύψει στους γονείς του ότι είναι ομοφυλόφιλος ήδη από την ηλικία των 16 ετών.
Η προσωπικότητά του ενέπνευσε και το τραγούδι «Ο Αχιλλέας απ’ το Κάιρο» του Κώστα Τουρνά. Παρά τα όσα είχε πει για τη ζωή του, ο ίδιος είχε δηλώσει ότι ο μεγάλος έρωτας της ζωής του ήταν η ηθοποιός Κατιάνα Μπαλανίκα. Οι δυο τους υπήρξαν ζευγάρι για τέσσερα χρόνια στα τέλη της δεκαετίας του 1960.
Όπως είχε εξηγήσει, δεν θέλησε να παντρευτεί και να κάνει παιδιά, επειδή πίστευε ότι θα ήταν άδικο για ένα παιδί να επηρεαστεί από το «αμαρτωλό» παρελθόν του. Παρ’ όλα αυτά, η σχέση του με την Κατιάνα Μπαλανίκα εξελίχθηκε σε βαθιά φιλία και στενή επαγγελματική συνεργασία, καθώς βρέθηκαν μαζί στη σκηνή της «Μέδουσας» για πολλά χρόνια.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και για ένα διάστημα φιλοξενήθηκε στο «Σπίτι του Ηθοποιού». Με τον θάνατό του κλείνει ένα σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής ψυχαγωγίας, καθώς υπήρξε ένας καλλιτέχνης που σημάδεψε με το ιδιαίτερο στυλ του μια ολόκληρη εποχή.